Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Σταύρος Κοντονής: Τραύματα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Σωστά. Ανεξάρτητη δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη. Θα μπορούσε να έχει δίκιο ο υπουργός Δικαιοσύνης. Η δημόσια κριτική είναι το μόνο μέσο δημοκρατικού ελέγχου των δικαστικών αποφάσεων – η μόνη άμυνα σε ενδεχόμενους ακτιβισμούς, συντεχνιασμούς ή βαρύτερες αυθαιρεσίες.

Ομως, η κριτική του Σταύρου Κοντονή δεν ήταν εξαίρεση στον λόγο μιας κυβέρνησης που γενικώς προσέχει μην πατήσει τις γραμμές που οριοθετούν τους θεσμούς. Ηταν το αντίθετο: H τελευταία από τις παρεμβάσεις των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που, με τρόπο ιστορικά πρωτότυπο, αντιπολιτεύονται τους δικαστές και τις ανεξάρτητες αρχές, αντιμετωπίζοντάς τους σαν πολιτικούς τους αντιπάλους.

Δεν χρειάζεται να πάει κανείς πολύ μακριά. Μόλις πριν από λίγα εικοσιτετράωρα όλοι –και κυρίως οι δικαστές– άκουσαν από τα χείλη του Τούρκου προέδρου ότι ο Ελληνας πρωθυπουργός υποσχόταν να διευθετήσει διά της διπλωματικής πίσω πόρτας ένα θέμα που ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων – χωρίς η κυβέρνηση ή ο υπουργός Δικαιοσύνης να θεωρήσει τον τουρκικό ισχυρισμό άξιο διάψευσης.

Τώρα, ο Κοντονής δεν σχολίασε απλώς αποφάσεις. Σχολίασε δύο υποθέσεις που εκκρεμούν, εκτιθέμενος έτσι στην κατηγορία ότι επιχειρεί να επηρεάσει τη δικαστική κρίση. Ούτε ο σχολιασμός του ήταν νομικός. Ενείχε το δηλητήριο της συλλογικής ενοχοποίησης όλων των δικαστών για το θέμα του «πόθεν έσχες». Υποδαύλισε έτσι ένα λαϊκισμό, στον οποίο ο δικαστικός κλάδος, που αποφασίζει για τα μισθολογικά του, δεν βρέθηκε τυχαία ευάλωτος.

Ακόμη κι έτσι, όμως, η παρέμβαση του υπουργού ήταν μάλλον στην ηπιότερη άκρη του βαρέος κυβερνητικού ρεπερτορίου – που, σε πολιτικώς φορτισμένες υποθέσεις, είχε παραβιάσει μέχρι και τον στενό πυρήνα της ιδιωτικής ζωής ανώτατων δικαστών.

Η σφοδρότητα της αντίδρασης στον Κοντονή εξηγείται, βέβαια, από τη συσσωρευμένη ένταση του παρελθόντος. Εξηγείται εν μέρει και από το παρελθόν των ίδιων των πρωταγωνιστών. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε βρεθεί στο επίκεντρο ενός «εμφυλίου» στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο για την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών. Οι οξύτατοι τόνοι στους οποίους καταφεύγει στις τελευταίες παρεμβάσεις του θα μπορούσαν να ερμηνευθούν και ως υπερβάλλων κλαδικός «πατριωτισμός» προκειμένου να επουλωθεί το προηγούμενο τραύμα του ενδοδικαστικού διχασμού. Την ίδια εντύπωση είχε προκαλέσει και τον περασμένο Ιούλιο, όταν είχε απευθύνει διάγγελμα προς τα ΜΜΕ για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, φορώντας την τήβεννό του.

Οποια κι αν είναι τα ελατήρια των προσώπων, το πολιτικό αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είχαν ήδη σπάσει το ταμπού της ευθείας αντιπαράθεσης με τους δικαστές. Αυτό που μέχρι την Κυριακή δεν είχε συμβεί ήταν να διαδραματιστεί η αντιπαράθεση «ζωντανά», μπροστά στις κάμερες. Αυτό που δεν είχαμε δει ήταν υπουργό Δικαιοσύνης και ανώτατο δικαστή σε σκηνικό πρωινής ζώνης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ