ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Το Ιράν γίνεται χώρα που αξίζει να επενδύσεις

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ρουζμπέχ Πιρούζ: Στα επόμενα χρόνια, το Ιράν θα ενσωματωθεί πολύ περισσότερο στην παγκόσμια οικονομία. Το θέλουν η κυβέρνηση και η κοινή γνώμη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Ρουζμπέχ Πιρούζ ζει σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Εδώ και πάνω από δέκα χρόνια είναι κάτοικος Τεχεράνης – της πόλης όπου ίδρυσε, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, την επενδυτική εταιρεία Turquoise Partners, με σκοπό την προσέλκυση ξένων επενδυτών στο Ιράν (το χαρτοφυλάκιό της φτάνει σήμερα τα 150 εκατ. δολάρια). Παράλληλα όμως, περνάει μεγάλο μέρος του χρόνου στο Λονδίνο, την πόλη όπου έγινε εκατομμυριούχος κατά τη διάρκεια του dot com boom των τελών του περασμένου αιώνα. 

Ο Πιρούζ έφυγε από το Ιράν το 1980, σε ηλικία επτά ετών. Μεγάλωσε στο Βανκούβερ του Καναδά, σπούδασε στο Στάνφορντ και στο Χάρβαρντ και στη συνέχεια στην Οξφόρδη. Κάποια στιγμή όμως, η νοσταλγία τον τύλιξε στα πλοκάμια της – αλλά και οι προσδοκίες για την «απόψυξη» του Ιράν από τη διεθνή κοινότητα. Σήμερα, δρα ως παράγων προσέγγισης της Δύσης με την πατρίδα του, προσπαθώντας να προσελκύσει ξένους επενδυτές στο Ιράν και προετοιμάζοντας τους Ιρανούς να τους υποδεχθούν – μεταξύ άλλων ιδρύοντας το Iranian Business School, που διδάσκει Διοίκηση Επιχειρήσεων σε φιλόδοξους νέους και νέες. Είναι μια δύσκολη ισορροπία, μια άσκηση ακροβασίας με ένα δίχτυ που θα μπορούσε να αποσυρθεί ανά πάσα στιγμή. «Στα επόμενα χρόνια, το Ιράν θα ενσωματωθεί πολύ περισσότερο στην παγκόσμια οικονομία. Αυτό θέλουν η κυβέρνηση και η κοινή γνώμη, και υπάρχουν στη χώρα πολύ μεγάλες ευκαιρίες», λέει στην «Κ» ο Πιρούζ, που βρέθηκε προ ημερών στην Αθήνα, για επαγγελματικούς λόγους. «Η κυβέρνηση δείχνει να είναι έτοιμη για μεταρρυθμίσεις», αναφέρει ο Ιρανός επενδυτής. Ο πρόεδρος Ροχανί περίμενε τις εκλογές [σ.σ.: επανεξελέγη πανηγυρικά τον περασμένο Μάιο] πριν κινηθεί στο οικονομικό μέτωπο», εξηγεί, καθώς «στην προηγούμενη θητεία του εστίασε σχεδόν αποκλειστικά στην επίτευξη της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα».

Η γραφειοκρατία

Ο Πιρούζ αναλύει μια κατάσταση που ηχεί πολύ γνώριμη σε ελληνικά αυτιά: «Χρειαζόμαστε πραγματικές ιδιωτικοποιήσεις στο Ιράν – και νομίζω ότι ο πρόεδρος, αλλά και το Κοινοβούλιο, το κατανοεί αυτό. Οι ιδιωτικοποιήσεις θα βάλουν τέλος στη διαφθορά. Στον προηγούμενο γύρο, πριν από μία δεκαετία, έμειναν ατελείς. Αντί να μεταβιβαστεί η ιδιοκτησία των εταιρειών από το κράτος στον ιδιωτικό τομέα, μεταβιβάστηκε στον ημιδημόσιο τομέα – ασφαλιστικά ταμεία, για παράδειγμα, που εμμέσως ελέγχονται από την κυβέρνηση. Οι πολιτικοί συνέχισαν να έχουν επιρροή στη διοίκηση των εταιρειών». Ωστόσο, σημειώνει, παρά την πολιτική βούληση στην κορυφή της ιεραρχίας, «υπάρχουν έντονες αντιστάσεις από τη γραφειοκρατία και στις τάξεις των ίδιων των εταιρειών – συμφέροντα που ευνοούνται από την υφιστάμενη κατάσταση και δεν θέλουν να αλλάξει».

Εξίσου επιτακτική, σύμφωνα με τον Ιρανό επενδυτή, είναι η ανάγκη δραστικών παρεμβάσεων στον τραπεζικό τομέα. «Το κράτος χρωστάει πολλά χρήματα στις τράπεζες, οι τράπεζες χρωστούν πολλά χρήματα στην κεντρική τράπεζα – είναι μια δύσκολη κατάσταση. Οι τράπεζες πρέπει να αναδιαρθρωθούν και να ανακεφαλαιοποιηθούν».

Η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα, σημειώνει, «δυστυχώς δεν οδήγησε στην επαναδραστηριοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών στην ιρανική οικονομία, παρότι πλέον επιτρέπεται». Η «αρνητική στάση» των Ηνωμένων Πολιτειών, εξηγεί, δρα ως ζωτικός ανασταλτικός παράγων. «Το Ιράν έχει δεσμευτεί σε αυτήν τη συμφωνία και έχει πληρώσει ένα σημαντικό τίμημα, αναστέλλοντας το πυρηνικό του πρόγραμμα. Παρ’ όλα αυτά, τα οφέλη για τη χώρα έχουν υπάρξει μηδαμινά. Αν συνεχιστεί αυτό, θα υπάρξουν συνέπειες. Η ιρανική κυβέρνηση υπέγραψε τη συμφωνία και η κοινή γνώμη τη στήριξε με την προσδοκία ότι θα επέτρεπε επιτέλους στο Ιράν να συμμετάσχει στη διεθνή οικονομία. Hδη υπάρχουν φωνές στο Ιράν που υπενθυμίζουν ότι είχαν προειδοποιήσει κατά της συμφωνίας – γίνεται έντονη συζήτηση για το θέμα αυτό».

Παρά τις επιπλοκές αυτές, ο Πιρούζ θεωρεί ότι η χώρα του έχει τεράστιες δυνατότητες. «Είναι η μεγαλύτερη αγορά στη Μέση Ανατολή, με πληθυσμό 80 εκατομμύρια – το ίδιο μέγεθος με τη Γερμανία. Είναι μια νέα χώρα με υψηλό επίπεδο μόρφωσης – 60% του πληθυσμού είναι κάτω από την ηλικία των 40 ετών, ενώ 70% των νέων Ιρανών φοιτά στο πανεπιστήμιο. Eχουμε περισσότερες γυναίκες αποφοίτους από ό,τι άνδρες, οι οποίες είναι πλήρως ενταγμένες στην αγορά εργασίας. Και έχουμε πολύ υψηλά ποσοστά χρήσης smartphones και Διαδικτύου υψηλών ταχυτήτων». Πέραν όλων αυτών, προσθέτει, το Ιράν είναι μια χώρα προικισμένη σε φυσικούς πόρους και σε ζωτική γεωγραφική θέση. «Είναι η τελευταία μεγάλη αναδυόμενη αγορά που παραμένει κλειστή στους διεθνείς επενδυτές. Πρόκειται για τρομακτικά ελκυστικό προορισμό».

Η διασπορά

Τα θετικά αυτά στοιχεία, ωστόσο, δεν έχουν πείσει πολλούς από τα τέσσερα εκατομμύρια της ιρανικής διασποράς να επιστρέψουν στη χώρα, που παραμένει υπό τον ασφυκτικό κλοιό μιας ισλαμικής θεοκρατίας. Βλέπει να αλλάζει αυτό, στον απόηχο της συμφωνίας για τα πυρηνικά;

«Οι περισσότεροι Ιρανοί Αμερικανοί, που είναι περίπου ο μισός πληθυσμός της διασποράς, και μάλλον πιο επιτυχημένη κοινότητα, έχουν γίνει Αμερικανοί πολίτες. Γι’ αυτούς, απαγορεύεται οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα στο Ιράν. Αλλά και το Ιράν δεν κάνει αρκετά για να έλθει σε επαφή με τη διασπορά».

Ο Πιρούζ αναφέρει κάτι που είχε πει σε μια εκδήλωση TED στην Τεχεράνη το 2013: «Η ιρανική διασπορά κατέχει πλέον περισσότερο πλούτο από τα έσοδα που έχει εισπράξει η χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της από το πετρέλαιο. Πρέπει να κάνουμε τη μετάβαση ως οικονομία από την εξάρτηση στους φυσικούς πόρους στην επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο».

Απούσα η Ελλάδα

Παρά τις καλές διμερείς σχέσεις και το γεγονός ότι η μεσανατολική χώρα ήταν ο βασικός ξένος προμηθευτής πετρελαίου της Ελλάδας πριν από το ευρωπαϊκό εμπάργκο του 2012, η ιρανική αγορά παραμένει terra incognita για τους Ελληνες επιχειρηματίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι πέρυσι οι εξαγωγές της Ελλάδας προς το Ιράν περιορίστηκαν στα 22,8 εκατ. δολάρια (μόλις 0,25% των συνολικών ευρωπαϊκών εξαγωγών). Οι εξαγωγές της Γερμανίας, ως μέτρο σύγκρισης, έφτασαν τα 2,19 δισ. δολάρια και της Ιταλίας το 1,32 δισ. ευρώ. O υπ’ αριθμόν ένα εμπορικός εταίρος του Ιράν είναι η Κίνα, που το 2016 εξήγαγε στη μεσανατολική χώρα προϊόντα και υπηρεσίες αξίας 17,8 δισ. δολαρίων. «Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει δράση», λέει ο πρόεδρος της Turquoise Partners. «Οι Γάλλοι έχουν κινητοποιηθεί έντονα. Ηλθε στο Ιράν η Medef [σ.σ. ο γαλλικός ΣΕΒ] με τη μεγαλύτερη επιχειρηματική αποστολή στην ιστορία της, λίγο μετά τη συμφωνία για τα πυρηνικά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ