ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Β. Αμανατίδης: «Ο,τι ζω θα γίνει ποίημα ή κείμενο»

ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ

«Ο πολύς συναισθηματισμός στην ποίηση, για μένα, είναι ένδειξη επικίνδυνης ολισθηρότητας», λέει ο Βασίλης Αμανατίδης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ανήκει στους ποιητές της νέας χιλιετίας· στη γενιά του ’90. Μια γενιά που δεν παρέλαβε σκυτάλη από τους ποιητές της Μεταπολίτευσης, αλλά ο μεταμοντέρνος ποιητικός τους λόγος ακούστηκε μέσα από δράσεις (σκυταλοδρομίες ποιητικής περφόρμανς κ.ά.) Ο Βασίλης Αμανατίδης δεν είναι μόνο ποιητής, πεζογράφος μεταφραστής, αλλά και ένας ταλαντούχος περφόρμερ - συγγραφέας. Οι θεατρικές παρουσιάσεις των ποιημάτων του, οι αντισυμβατικές απαγγελίες, έχουν τρομερή, ξεχωριστή δυναμική. Η πρόσφατη βράβευσή του από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Ποιήσεως (Iδρυμα Ουράνη) για τη συλλογή του «εσύ: τα στοιχεία» (εκδόσεις Νεφέλη 2017) ήταν ταυτόχρονα και η αναγνώριση μιας επίπονης, επίμονης και μοναχικής πορείας της νεότερης γενιάς ποιητών. Γεννημένος το 1970, ο Β. Αμανατίδης είχε συστηθεί από τις αρχές του ’90 δημοσιεύοντας ποιήματα στο λογοτεχνικό περιοδικό «Εντευκτήριο». «Αναθάρρησα. Θέλησα να βγάλω αμέσως βιβλίο. Eφαγα πέντε-έξι απορρίψεις από εκδοτικούς οίκους. Μαζεύτηκα», εξομολογείται στην «Κ».

Το «Υπνωτήριο. Εννιά νυχτερινές παραβολές (Εντευκτήριο,1999) ήταν η «καρτ βιζίτ» για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Περισσότερα από 400 ποιήματα είχε γράψει ώς τότε. Από το πρώτο του βιβλίο μέχρι το πρόσφατο «εσύ» μεσολάβησαν επτά βιβλία ποίησης, δύο συλλογές διηγημάτων, δύο θεατρικά έργα. Την αρχική γραφή του διέκριναν μικρές ιστορίες με περσόνες–πλασματάκια, σαν δηλητηριώδη παραμύθια. Τα τελευταία χρόνια ποιεί, όπως λέει, «ένα είδος ποιητικών συνθέσεων. Η γραφή μου άλλαξε μετά το 2011. Είμαι πια πολύ σαφής. Εσκεμμένα αντιλυρικός. Δεν καλλιλογίζω, δεν λέω ωραίες λέξεις. Η πολλή υγρασία, ο πολύς συναισθηματισμός στην ποίηση, για μένα, είναι ένδειξη επικίνδυνης ολισθηρότητας».

Το άλμα έγινε με το «μ_otherpoem» (εκδόσεις Νεφέλη, 2014) Είναι αυτοτελή ποιήματα αλλά το βιβλίο έχει αρχή, μέση και τέλος. Το ίδιο και το πρόσφατο «εσύ». «Είναι ένα παιδί του προηγούμενου, αλλά κάθε βιβλίο είναι ένα άλλο σύμπαν», διευκρινίζει. Θέμα του η εξοικείωση με τον ερωτικό (μα και με κάθε) αποχωρισμό και, μαζί, η καταβύθιση στην κραταιά αγάπη. Το ξεδιπλώνει με δομικά τερτίπια όπου ως Κόπερφιλντ σπάει την ευθύγραμμη αφήγησή τους ταχυδακτυλουργικά με τον λόγο αγαπημένων του συγγραφέων (Εμιλι Μπροντέ κ.ά.). «Το λογοπαίγνιο με την αμφισημία του ανοίγει μια πόρτα συνένωσης των πραγμάτων. Με ενδιαφέρει πάντα η μεικτή ματιά. Η ποιητική μου δεν είναι ακριβώς ποίηση. Είναι πειραματική, επιτελεστική, υβριδική. Πιστεύω σαν τρελός στο χάρισμα του υβριδίου. Στην ένωση δηλαδή των πραγμάτων. Η ανθρωπότητα εξάλλου είναι υβριδική».

Είναι ένα παρακολούθημα της ζωής σου, τον ρωτώ. «Απόσταγμα είναι. Η τέχνη γενικά για να είναι του καιρού της πρέπει να είναι φτιαγμένη με τα υλικά του καιρού της. Ο,τι ζω θα γίνει ποίημα ή κείμενο. Αντιλαμβάνονται ολόκληρη την ποίηση σαν πειραματική διαδικασία. Το “μ_otherpoem” ήταν προϊόν ψυχανάλυσης. Ερχομαι αντιμέτωπος με το σύμπαν του μητρικού, της οικογενείας, της μητέρας χώρας. Είναι ένα θυμωμένο βιβλίο, μια αναμέτρηση με ό,τι ανέβαλλα μια ολόκληρη ζωή. Το “εσύ” ήταν η λύτρωση της σχέσης. Είναι το στοίχημα να μιλήσω για την απεξάρτηση του δαιμονικού. Ξεκινάει με την ψυχαναλυτική διαδικασία, άρα με την αναγνώριση του εαυτού ως πεδίο ερεύνης, σαν ένα πρότζεκτ, κέντημα με τη δραματουργία των συναισθημάτων. Διευκρινίζω: Δεν αντιμετωπίζω την ποίηση ως αυτοθεραπεία. Είναι επεξεργασμένος πόνος. Δεν χρειαζόμαστε ποιητές που αυτοκτονούν, αλλά που ζουν και είναι λειτουργικοί».

Σαν ψηφιδωτό

Η ποίηση είναι μια ακροαματική διαδικασία; «Οπως λέει και ο Παντελής Μπουκάλας, η ποίηση γράφεται με το αυτί. Εχει ρυθμό και ήχο. Ταυτόχρονα είναι και ένα ψηφιδωτό. Οι ψηφίδες-λέξεις να μπαίνουν στη σωστή θέση. Ο,τι περισσεύει δείχνει ογκόλιθος».

Πού κατατάσσεις την ποίησή σου, τον ρωτώ. «Η ποίησή μου είναι μπάσταρδη, εννοώ μιγαδική. Είναι ποίηση που επιθυμεί να δείξει ότι είναι καθαρή. Πολλές φορές προϋποθέτει και άλλες τέχνες ή προσπαθεί να τις συναντήσει. Η δική μου κατευθύνεται και προς το θέατρο, γιατί ο λόγος πρέπει να ακούγεται. Οταν ήμουν μικρός διάβαζα ποιήματα στη μητέρα μου. Προσπαθούσα να καταλάβω από το αμείλικτο βλέμμα της τι θέλει, τι της αρέσει, τι καταλαβαίνει. Βασανιστήρια της έκανα της γυναίκας. Ηταν όμως μια περφόρμανς για τα μάτια της μόνο. Γίνεται ποίηση χωρίς ακροατή;».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ