Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Τι κρατώ από τις γιορτές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κ​​ρατώ το τηλεφώνημα του Π. για να με ευχαριστήσει ευγενικά και για να μου μιλήσει, με έναν ζηλευτό ενθουσιασμό, για επόμενα βιβλία και γραψίματα, για το διδακτορικό που ξεκίνησε και που ολοκληρώνει τώρα, στα εξήντα του. Καμία έπαρση ή επίδειξη, απλώς ένα μοίρασμα με τον άλλο και μια δύναμη ζωής, αγνή και λαμπερή, μια αγάπη για τα πράγματα, ένας δημιουργικός οίστρος που, αν μη τι άλλο, απαλύνει τη βασανιστική ροή του χρόνου: ο Π. έχασε το παιδί του πριν από λίγα χρόνια...

Κρατώ το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι της Τ., μια όαση θαλπωρής. Με το που έμπαινες στο σπίτι, το έβλεπες μπροστά σου, φροντισμένο, ζεστό και φωτεινό, σαν φωλιά. Τα φαγητά που μαγείρεψε, τα δοκιμασμένα που περιμένουμε κάθε χρόνο με αδημονία και οι νέες της δοκιμές, πρωτόφαντες και γευστικές όσο τίποτε άλλο. Επειτα, τα δώρα που ανταλλάχθηκαν με χαρά και αγάπη σπάνιες και ακριβές, και η διακριτική μέριμνά της ώστε το πρώτο κομμάτι της πρωτοχρονιάτικης πίτας να είναι «για τον απόντα μας». Η Τ. έχασε ξαφνικά τον σύντροφο της ζωής της πριν από έξι μήνες...

Κρατώ ακόμα τα δάκρυα του Σ., όταν χριστουγεννιάτικα άκουγε τις μουσικές της νιότης του κλαίγοντας. Ελα Φιτζέραλντ και Λούις Αρμστρονγκ, Νατ Κινγκ Κόουλ και, πάνω απ’ όλα, Σινάτρα. Ο Σ. κλαίει σχεδόν κάθε φορά που ακούει τον Φράνκι. Και προτιμά να τον ακούει μόνος του στο καθιστικό της κουζίνας. Κλείνει τα μάτια, κουνάει τα χέρια σαν σε έκσταση, τραγουδάει δυνατά πότε πότε, θυμάται τους ξένους στίχους όπως ήταν είκοσι και τριάντα. Ο Σ. κλείνει φέτος τα 87, διαβητικός σχεδόν σε όλη του τη ζωή, ο άλλοτε υπερκινητικός, δαιμόνιος μάστορας με τα τρομερά πράσινα μάτια, έχει τώρα σχεδόν ακινητοποιηθεί, ενώ το κουρασμένο του μυαλό μοιάζει χαμένο σε μιαν άλλη διάσταση. Κι όμως, με τη μουσική της νιότης του όλα γίνονται ξανά ζωή.

Κρατώ το ρεβεγιόν της Σ., παραμονή Πρωτοχρονιάς. Το καθιερωμένο πάρτι, δέκατη συνεχή φορά αυτή για μένα στο δεύτερό μου σπίτι, στη γειτονιά, με τους φίλους να καταφθάνουν με δώρα, κρασιά και γλυκά, με τσιγάρα που καπνίζουν και άλλα που ατμίζουν, ενώ στην κουζίνα περιμένουν ένα μοναδικό κατσιατόρε με ρύζι φούρνου, κιμά με υλικά γέμισης, σαλάτες. Οι φιάλες του κρασιού παραταγμένες στο δωμάτιο με τα παλτά και οι χοροί, πιο συγκρατημένοι φέτος, αλλά όπως λέει κάθε –μα κάθε– χρονιά ο Α., ο άντρας της Σ., «και φέτος ήταν καλύτερη βραδιά από κάθε άλλη». Η Σ., άνεργη στα πενήντα έξι της, με χαμένη αποζημίωση για δουλειά δεκαετιών. Ανεργη αλλά όχι άεργη, βεβαίως. Το αντίθετο μάλιστα.

Κρατώ, τέλος, τη δική μου μελαγχολία: ένα μείγμα σωματικής και ψυχικής κούρασης, θα έλεγα αδικαιολόγητο. Πέρασε, βέβαια. Κάθε φορά περνάει. Φέτος όμως ειδικά πέρασε χάρη σε όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οικογενειακά και φιλικά, που μου έδειξαν πώς τον χρόνο μπορείς να τον αναποδογυρίζεις: από παράγοντα φθοράς να τον μεταμορφώνεις σε παράγοντα διάρκειας. Κι όπως έχει γράψει ο Μιχάλης Γκανάς, «πάθος είναι η διάρκεια».

Τα κρατώ όλα μέσα μου, μαζί με άλλες στιγμές, πιο ιδιωτικές, όλα σαν φυλαχτά για το νέο έτος που μόλις ανέτειλε – και ακόμα παραπέρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ