ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Aυτοαπασχολούμενοι και επαγγελματίες έβαλαν τα POS στα... συρτάρια

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στη λογική τού «αχρείαστο να ’ναι» τοποθέτησαν τα τερματικά αποδοχής καρτών βασικές επαγγελματικές κατηγορίες, όπως δικηγόροι, λογιστές, μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι, γιατροί, αλλά και οι αυτοκινητιστές ταξί. Ετσι, αν και συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση για τοποθέτηση POS και προμηθεύτηκαν το αναγκαίο τερματικό, στη συνέχεια αγνόησαν τη χρησιμότητά του και η χρήση τους ήταν λιγοστή έως ανύπαρκτη.

Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία που δημοσιεύει η «Κ» για τη χρήση των τερματικών POS από βασικές επαγγελματικές κατηγορίες, με βάση την ανάλυση που έχουν οι ίδιες οι τράπεζες που προμήθευσαν τα αντίστοιχα τερματικά. Η ανάλυση παρακολουθεί συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες που συνδέονται με υψηλά ποσοστά φοροδιαφυγής και η διαπίστωση για την περιορισμένη χρήση του τερματικού επιβεβαιώνει ουσιαστικά την εκτεταμένη φοροδιαφυγή στους συγκεκριμένους κλάδους.

Πρώτοι μεταξύ των επαγγελματιών που φιγουράρουν με το χαμηλότερο ποσοστό χρήσης του τερματικού που τοποθέτησαν εντός του 2017, οι δικηγόροι και οι μηχανικοί, το 90% των οποίων δεν πραγματοποίησε ούτε μία συναλλαγή μέσω πιστωτικής κάρτας. Ακολουθούν οι ηλεκτρολόγοι, το 80% των οποίων επίσης δεν έκανε ούτε μία συναλλαγή μέσω κάρτας, αλλά και οι λογιστές, που σε ποσοστό 70% δεν έκαναν ούτε μία φορά χρήση του τερματικού που προμηθεύτηκαν το 2017. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους γιατρούς περιορίζεται στο 38%, γεγονός που σημαίνει ότι ένα σχετικά υψηλό ποσοστό της τάξης του 62% δέχτηκε έστω μία συναλλαγή μέσω τερματικού το 2017. Σχετικά υψηλό και συγκεκριμένα 75% είναι το ποσοστό των οδοντιάτρων που δέχτηκαν έστω μία πληρωμή μέσω κάρτας, γεγονός που ερμηνεύεται και από τη φύση της οδοντιατρικής εργασίας που είναι δαπανηρή και πολλοί επαγγελματίες του κλάδου επιδιώκουν να αποδέχονται πληρωμές με κάρτες για να αποφεύγουν τους κακοπληρωτές. Σε ό,τι αφορά τους αυτοκινητιστές ταξί, το 70% περίπου έχει περάσει από τερματικό POS μία έστω πληρωμή μέσα στο 2017, ενώ υψηλό είναι πλέον και το ποσοστό της χρήσης τερματικών και στους φούρνους, που σε ποσοστό 80% δέχθηκαν έστω μία συναλλαγή με κάρτα.

Από την περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων, ωστόσο, προκύπτει ότι η χρήση των τερματικών από το τμήμα εκείνων που χρησιμοποίησαν έστω μία φορά το POS για να δεχθούν μία πληρωμή ήταν περιορισμένη. Συγκεκριμένα, το 62% των γιατρών που δέχθηκε έστω μία πληρωμή μέσω χρεωστικής ή πιστωτικής κάρτας το 2017 έκανε συναλλαγές αξίας 200 ευρώ τον μήνα κατά μέσον όρο. Η αντίστοιχη αξία των μηνιαίων συναλλαγών για το 30% των λογιστών που χρησιμοποίησαν έστω μία φορά το τερματικό ήταν 300 ευρώ, το 10% των δικηγόρων 600 ευρώ, το 20% των ηλεκτρολόγων 150 ευρώ και των αυτοκινητιστών ταξί 40 ευρώ, ενώ στους φούρνους το αντίστοιχο ποσό είναι 50 ευρώ. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι το πρώτο βήμα, που ήταν η υποχρεωτική αποδοχή καρτών από το σύνολο των εμπόρων και επαγγελματιών σε όλη τη χώρα, έχει σχεδόν πραγματοποιηθεί. Ο αριθμός των POS διπλασιάστηκε το 2017 σε σχέση με το 2016 και με βάση τα στοιχεία από τις τράπεζες ανήλθε στις 650.000, καλύπτοντας τη συντριπτική πλειονότητα της αγοράς, που είναι σε θέση να δεχθεί πληρωμές μέσω πιστωτικών και χρεωστικών καρτών.

«Αγκάθι» οι επαγγελματικοί λογαριασμοί

Ποσοστό μικρότερο από το 20% των επιχειρήσεων και επαγγελματιών σε όλη τη χώρα έχει δηλώσει επαγγελματικό λογαριασμό, ανταποκρινόμενο στην υποχρέωση που προκύπτει από τη νομοθεσία. Μέχρι στιγμής, ως επαγγελματικοί λογαριασμοί έχουν δηλωθεί περίπου 100.000. Με δεδομένο ότι μια επιχείρηση μπορεί να δηλώσει πάνω από ένα λογαριασμό, ο πραγματικός αριθμός των επιχειρήσεων που έχουν δηλώσει επαγγελματικό λογαριασμό είναι μικρότερος των 100.000, όταν με βάση τους υπολογισμούς του υπουργείου Οικονομικών θα έπρεπε να είναι περί τις 500.000. Η μη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με την υποχρέωση να δηλώσουν έναν τουλάχιστον επαγγελματικό λογαριασμό έχει επίπτωση στους φορολογουμένους, οι οποίοι στερούνται των ποσών για πληρωμές που κάνουν σε αυτές τις επιχειρήσεις, κατά το χτίσιμο του αφορολογήτου για τα εισοδήματα του 2017.

Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις μεταφορές πιστώσεων και στις άμεσες χρεώσεις, δηλαδή τις πληρωμές που γίνονται μέσω internet banking και όχι αυτές που γίνονται μέσω πιστωτικών καρτών. Στις συγκεκριμένες πληρωμές η τράπεζα δεν μπορεί να πιστοποιήσει αν το είδος της πληρωμής «χτίζει» αφορολόγητο. Αν και οι πληρωμές αυτού του είδους είναι λιγότερες από αυτές που γίνονται με κάρτες, η αξία τους είναι υψηλή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι πληρωμές διδάκτρων σε ιδιωτικά σχολεία κ.ά. για τις οποίες εάν η επιχείρηση δεν έχει φροντίσει να δηλώσει επαγγελματικό λογαριασμό, η τράπεζα δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι πρόκειται για συναλλαγή που «χτίζει» αφορολόγητο. Το πρόβλημα αναδείχθηκε με αφορμή τη λοταρία του υπουργείου Οικονομικών, όπου πολλές συναλλαγές γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο έμειναν εκτός κλήρωσης και η ευθύνη βαρύνει το υπουργείο, που δεν συνέδεσε τη σχετική υποχρέωση με συγκεκριμένη προθεσμία ή πρόστιμο μη συμμόρφωσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ