ΜΟΥΣΙΚΗ

Δύο νέοι Ελληνες μουσικοί σε ενδιαφέρον ρεπερτόριο

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Η Λουκία Λουλάκη και ο Γιώργος Φράγκος πρότειναν ερμηνείες στυλιστικά ενημερωμένες, γεμάτες δύναμη και πάθος (φωτ.: Χ. Ακριβιάδης).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Επιστρέφοντας στην τακτική συναυλιακή δραστηριότητα, αξίζει κατ’ αρχάς η αναφορά σε μια πολλαπλά ενδιαφέρουσα συναυλία, η οποία είχε πραγματοποιηθεί πριν από την περίοδο των γιορτών. Είχε συμπέσει με άλλες, περισσότερο προβεβλημένες εκδηλώσεις αλλά αξίζει να αποτυπωθεί, έστω με μικρή καθυστέρηση, αφενός λόγω του ρεπερτορίου και αφετέρου επειδή παρουσίασε στο κοινό δύο ενδιαφέροντες νέους μουσικούς. Οπως και αρκετές ακόμα ιδιαίτερα αξιόλογες βραδιές περιλήφθηκε στον κύκλο «Για τσέλα και γκάμπες».

Η συγκεκριμένη πραγματοποιήθηκε στις 22 Νοεμβρίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» και πρότεινε στο κοινό ένα ρεπερτόριο που έχει εξαφανιστεί εδώ και αρκετό καιρό από την αθηναϊκή συναυλιακή ζωή. Ακούστηκαν τρεις σονάτες για τσέλο και πιάνο γραμμένες τον 19ο αιώνα, του οποίου η μουσική μοιάζει να έχει σκιαστεί από την έντονη παρουσία των έργων του μπαρόκ, που έχουν επιστρέψει δυναμικά στο προσκήνιο κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Με αυτοπεποίθηση

Δύο νέοι και καταφανώς ταλαντούχοι Ελληνες μουσικοί, η τσελίστρια Λουκία Λουλάκη και ο πιανίστας Γιώργος Φράγκος απέδωσαν τη δεύτερη Σονάτα του Μπετόβεν, όπως επίσης τη δεύτερη Σονάτα του Μπραμς καθώς και τη μοναδική Σονάτα για τσέλο και πιάνο που συνέθεσε ο Σοπέν.

Αυτά που ξεχώρισαν αμέσως, ήταν η αυτοπεποίθηση και η σιγουριά των δύο μουσικών, οι οποίοι έδωσαν ερμηνείες στυλιστικά ενημερωμένες, γεμάτες δύναμη και πάθος. Ως προς το πρώτο, δηλαδή την προσέγγιση του ύφους, ο πλούσιος και παλλόμενος ήχος του τσέλου δεν εμπόδισε τις σαφείς, καθαρές, δίχως συναισθηματισμούς διατυπώσεις στη Σονάτα του Μπετόβεν. Στο αργό τρίτο μέρος του έργου του Σοπέν, πάλι, η διάπλαση των φράσεων χαρακτηρίστηκε από γενναιοδωρία και πλαστικότητα.

Ως προς το δεύτερο στοιχείο, δηλαδή το πάθος, ίσως ορισμένες φορές μπορούσε να χαρακτηριστεί υπέρμετρο, στον βαθμό που δεν επέτρεψε τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε ομοειδή αλλά όχι ίδια μέρη, όπως τα δύο τελευταία της Σονάτας του Μπραμς, ένα «ζωηρό και γεμάτο πάθος» και ένα «πολύ ζωηρό» μέρος. Η διαβάθμιση και η ποιοτική διαφοροποίηση είναι ασφαλώς θέμα εμπειρίας, ορισμένες φορές και ωριμότητας.

Είναι επίσης κάτι το οποίο απουσιάζει συχνά ακόμα και από καταξιωμένους καλλιτέχνες, συνεπώς η όποια «ένσταση» έχει μονάχα χαρακτήρα υποσημείωσης σε μια κατά τα λοιπά εξαιρετική συναυλία. Μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι ο διάλογος ανάμεσα στους μουσικούς υπήρξε ευπρόσδεκτα έντονος και διεγερτικός, καθώς και οι δύο κινούνταν στο ίδιο επίπεδο τεχνικής επάρκειας, αισθητικών και ερμηνευτικών επιλογών.

Εύκολες λύσεις

Τη ζωή του εύκολη θέλησε να κάνει ο Γερμανός αρχιμουσικός Φρανκ Μπέερμαν. Ως εκείνο το σημείο, τουλάχιστον, που του το επέτρεψαν η ανθρώπινη φύση –συγκεκριμένα αυτή της σολίστ της βραδιάς– αλλά και η φύση των έργων του προγράμματος. Στις 8 Δεκεμβρίου διευθύνοντας την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε έργα Ρίχαρντ Στράους και Μπετόβεν, ο Μπέερμαν επέλεξε τη γνωστή εύκολη λύση της γρήγορης ταχύτητας και της υψηλής έντασης, αντί της ενασχόλησης με τις λεπτομέρειες και το ουσιαστικό ενδιαφέρον καθεμιάς από τις παρτιτούρες. Περνώντας γρήγορα από σημεία με απαιτήσεις και αυξάνοντας συνολικά την ένταση, επένδυσε στο εφέ και στον εύκολο εντυπωσιασμό.

Στα μεν συγκεκριμένα έργα του Μπετόβεν που περιέλαβε στο πρόγραμμα, δηλαδή την έντονα δραματική εισαγωγή στον «Εγκμοντ» του Γκαίτε και την «Ηρωική» Συμφωνία, η τακτική του λειτούργησε ώς εκείνο τον βαθμό, που ο Μπέερμαν κατόρθωσε με συντονισμένο τρόπο να αποδώσει την τρομακτική ορμή της μουσικής. Τα εμβατηριακά τμήματα, ιδιαίτερα στο τελευταίο μέρος της «Ηρωικής», υπήρξαν πράγματι θυελλώδη και τα ξεσπάσματα επιβλητικά. Πρότεινε έναν Μπετόβεν παλαιάς κοπής, αλλά πειστικό. Ομως, ώς εκεί. Το δεύτερο και το τρίτο μέρος της Συμφωνίας κύλησαν αδιάφορα, χωρίς λεπτομέρειες ή διαβαθμίσεις. Χωρίς την απαραίτητη επεξεργασία και τους αναγκαίους τονισμούς, το επιβλητικό δεκαπεντάλεπτο «πένθιμο εμβατήριο» (δεύτερο μέρος) κατέληξε απλώς ένας κουραστικός, άσκοπος βηματισμός. Ανάλογα ίσχυσαν για το χαμηλόφωνο σκέρτσο (τρίτο μέρος), στο οποίο πάντως τα κόρνα συμμετείχαν αυτή τη φορά με επιτυχία.

Αδύναμη φωνή

Η ίδια λογική δεν λειτουργεί στη μουσική του Ρίχαρντ Στράους, καθώς οι απαιτήσεις είναι τελείως διαφορετικές. Η εμπειρία των έξι τραγουδιών του συνθέτη σε ποίηση Κλέμενς Μπρεντάνο υπήρξε οδυνηρή. Η υψίφωνος Γιούλια Μπάουερ, σύζυγος του Μπέερμαν, η οποία κλήθηκε να τα ερμηνεύσει, διέθετε ωραίο ηχόχρωμα και την απαραίτητη τεχνική. Επίσης, φάνηκε εξοικειωμένη με τη αισθητική της συγκεκριμένης μουσικής. Ωστόσο, η ένταση της φωνής της ήταν τόσο περιορισμένη, που έκανε τη συμμετοχή της απαγορευτική. Σε μια αίθουσα μουσικής δωματίου με πιάνο, ίσως το αποτέλεσμα να ήταν ακόμα και γοητευτικό. Σε μια μεγάλη αίθουσα με συμφωνική ορχήστρα υπάρχουν άλλες απαιτήσεις. Η φωνή ακουγόταν σπάνια, σχεδόν μόνο όταν περνούσε στην ψηλή περιοχή.

Ο Μπέερμαν δεν φάνηκε διατεθειμένος να βοηθήσει μέσα από την ανάδειξη του ενορχηστρωτικού ενδιαφέροντος της μουσικής, στοιχείου που θα επέτρεπε μεγαλύτερη διαφάνεια στον ορχηστρικό ήχο και συνεπώς θα διευκόλυνε τη φωνή της Μπάουερ να προβληθεί. Κρίμα για τα τραγούδια, που ακούγονται μάλλον σπάνια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ