Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Φραγκούλης Φράγκος
Παίζοντας με τους διακόπτες

Ε​​ίναι η πρώτη φορά. H πρώτη φορά τα τελευταία δύο χρόνια, από τότε που απέκτησε νέα ηγεσία, που η Ν.Δ. σπάει τον θεσμικό αυτοπεριορισμό του αστικού ευρωπαϊκού κόμματος και επιτρέπει στα στελέχη της να βγουν στον δρόμο. Είναι σίγουρα η πρώτη φορά που βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα βρεθούν στο πεζοδρόμιο για να χειροκροτήσουν έναν απόστρατο.

Απόμαχος στρατηγός αλλά μάχιμος ακτιβιστής, ο Φραγκούλης Φράγκος προβάλλει όχι μόνο ως τελετάρχης του σημερινού συλλαλητηρίου στη Θεσσαλονίκη, αλλά και ως πρόσωπο που δίνει φωνή σε ένα ρεύμα. Ενα ρεύμα που, πριν από την αναζωπύρωση του Μακεδονικού, επωαζόταν μόνο σε σκοτεινές γωνιές του Διαδικτύου και στις στήλες των αντίστοιχων εντύπων.

Από την πλευρά της Ν.Δ. τα συλλαλητήρια παρουσιάζονται σαν κάτι ανώδυνο. Ακόμη κι αυτοί που δεν θα πάνε, αντιμετωπίζουν αυτές τις εκδηλώσεις με συγκατάβαση, σαν υγιή εκτόνωση· άντε, το πολύ, σαν εκλογική θήρα. Καλύτερα, λένε, να διατηρήσει η Ν.Δ. την επαφή της με το κοινό των συλλαλητηρίων, παρά να το παραδώσει αμαχητί σε σχεδόν ένστολους ποιμένες. Το θέμα, άλλωστε, σε λίγο καιρό θα έχει (ξανα)ξεχαστεί.

Το ερώτημα είναι τι πετυχαίνει η παρουσία βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας στα συλλαλητήρια; Συγκρατεί το δεξιό ακροατήριο; Ή μήπως έτσι νομιμοποιεί την αποχαλίνωσή του;

Κάποιοι αποδίδουν στη Ν.Δ. τον φόβο ότι μπορεί μέσω του Μακεδονικού να δημιουργηθούν νέες συσπειρώσεις στα δεξιά της Δεξιάς. Τέτοιος κίνδυνος θα υπάρξει μόνο αν οι σκόρπιες μέχρι σήμερα αντιδράσεις μπορέσουν να βρουν κοινή κοίτη. Μόνο αν στηθεί η μήτρα μιας νέας εθνικής αγανάκτησης από την οποία θα αναδύονταν νέα πολιτικά υποκείμενα.

Στη Ν.Δ. φαίνεται να μην έχουν τέτοιες ανησυχίες. Φαίνεται να πιστεύουν ότι ο εθνικολαϊκισμός έχει διακόπτη on/off. Τον ανοίγεις, για όσο σε συμφέρει, και μετά –τσακ!– τον κλείνεις.

Κώστας Ζουράρις
Λιποαναρρόφηση στον εγκέφαλο

Ό​​λα έχουν  ξανασυμβεί. Ο θίασος στον οποίο διακρίθηκε ο Κώστας Ζουράρις δεν εισέβαλε ξαφνικά στη σκηνή. Τα παρατράγουδα που από συνήθεια ονομάζουμε «πρωτοφανή» έχουν ρίζες.

Ιδίως ο Ζουράρις δεν είναι ένα μεμονωμένο κρούσμα εκκεντρικότητας. Αν ήθελε κανείς να καταστρώσει τη γενεαλογία του είδους του, θα έπρεπε να ανατρέξει στις αρχές της δεκαετίας του ’90 – τότε που η εισαγωγή της ιδιωτικής τηλεόρασης συνέπεσε με τον βρασμό για το Μακεδονικό. Είναι μια εποχή που την ξεχνούν όσοι αφηγούνται γραμμικά την ιστορία των μεταπολιτευτικών ιδεών, ομογενοποιώντας τη σαν «ηγεμονία της Αριστεράς». Ξεχνούν ότι τότε, ακροβολισμένοι στα «παράθυρα» του νέου Μέσου, αριστερογενείς παράγοντες, σαν τον Ζουράρι, βοήθησαν την ακτιβιστική Δεξιά στην αναπαρθένευση της εθνικοφροσύνης, που η Αριστερά είχε ταυτίσει με το μετεμφυλιακό κράτος και τη χούντα. Συνέβαλαν επιπλέον ενεργά στο να δημιουργηθεί ένα δογματικό κράμα νέου μεγαλοϊδεατισμού, το κυριότερο χαρακτηριστικό του οποίου ήταν η εχθρότητα προς τη Δύση. Το κράμα δεν ήταν πρωτότυπο. Πρωτότυπο ήταν το ιδίωμα χάρη στο οποίο το παλιό κράμα έγινε τότε μόδα: Αρκούσε να λες το πάχος «στέαρ», αρκούσε να παρουσιάζεις τον Θουκυδίδη σαν πρόδρομο του Μακρυγιάννη και τον Μακρυγιάννη σαν τον πρώτο παοκτζή της Ιστορίας, για να αντιμετωπίζεσαι ως δάσκαλος του τηλεθεάμονος γένους.

Ο συρμός κάποτε ξεθύμανε. Στις αρχές του 21ου αιώνα, το ζουραριλίκι φαινόταν να έχει περάσει στο πολιτικό και αισθητικό περιθώριο. Και θα είχε μείνει εκεί, αν δεν έβρισκε χώρο να αναγεννηθεί στις πλατείες του 2011. Στις πλατείες που στην αρχή λογίζονταν σαν αγνό λαϊκό ξέσπασμα ακόμη και από τη συντηρητική παράταξη, η οποία ήταν ακόμη αντιμνημονιακή. Ελεγαν τότε ότι δεν έπρεπε η αντιπολίτευση να αφήσει τον λαό στους ακραίους. Δεν μπορούσαν ακόμη να δουν πως πιο εύκολα χάνεις το λίπος από την πυγή, παρά το μυθολογικό στέαρ από τον εγκέφαλο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ