Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Δεν φέρνεις πίσω την πέτρα που έριξες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​​​χι δημοψήφισμα για το Μακεδονικό». Σε αυτό πολλοί συμφωνούν, και από το κυβερνητικό και από το αντιπολιτευόμενο στρατόπεδο. Κάποιοι το εξέφρασαν χοντροκομμένα και αφοριστικά, όπως ο πρώην υπουργός Θεόδωρος Πάγκαλος: «Ενας λαός ηλιθίων δεν μπορεί να κάνει δημοψήφισμα για την ονομασία της ΠΓΔΜ». Η κυβέρνηση: «Δεν υπάρχει λόγος να πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα» (Κοτζιάς). «Στη Βουλή θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις επίλυσης του Μακεδονικού» (Βούτσης). Πλήθος άλλοι: «Παγίδα το δημοψήφισμα για ένα εθνικό θέμα, άλυτο επί δεκαετίες», «σύνθετα θέματα δεν λύνονται από συναισθηματικά φορτισμένους θερμοκέφαλους γνώστες του κάθε επιστητού».

Και αναθερμάνθηκε η συζήτηση για τα υπέρ και τα κατά των δημοψηφισμάτων. Με εκείνους που τα αμφισβητούν να επιμένουν ότι συχνά οι πολίτες αγνοούν τις οικονομικές, διεθνοπολιτικές συνέπειες της ψήφου τους (βλ. δημοψήφισμα του 1920). Οτι συμβαίνει να αδυνατούν να αναπτύξουν τα απαραίτητα κριτήρια, ότι μπορεί να λάβουν αποφάσεις που έχουν βασιστεί σε συγκυριακές επιλογές ή να απαντήσουν αρνητικά, αποκλειστικά και μόνο για να εκφράσουν μια γενική αποδοκιμασία. Δεν υπάρχουν μηχανισμοί που θα αποτρέψουν τον κίνδυνο να επικρατήσουν συντεχνιακά συμφέροντα επί του γενικού καλού. Οτι ζητήματα που εμπίπτουν στο κράτος δικαίου δεν γίνεται να αποτελούν ύλη δημοψηφίσματος (η πλειοψηφία είναι εχθρική απέναντι στις μειονότητες και το διαφορετικό). Οτι ακόμη και οι ωριμότεροι λαοί ενδίδουν στον λαϊκισμό. Το δημοψήφισμα, σημειώνουν, αποτελεί τακτικισμό και εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης ηγετών που ενδιαφέρονται μόνο για την άρση των προσωπικών τους αδιεξόδων, θέτοντας ερωτήματα προσχηματικά που αποκρύπτουν ιδιοτελείς στοχεύσεις.

Ομως για τους υποστηρικτές τους είναι, ως πράξη άμεση, το θεσμικό αντίβαρο στην έμμεση αντιπροσωπευτική δημοκρατία (ο ορισμός είναι το θεμέλιο κάθε πίστης). Οπως τονίζουν, συμβάλλουν στην υπέρβαση κοινωνικοπολιτικών αγκυλώσεων, διευκολύνουν την απεμπλοκή της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος από κάποιο αδιέξοδο, ακόμη και αποτρέπουν κοινωνικές συγκρούσεις, ενεργοποιούν τα αντανακλαστικά του πολίτη. Η λογική, η αντικειμενικότητα, ο προσανατολισμός στο γενικό συμφέρον, η πολιτική ευθύνη δεν αποτελούν πάγια χαρακτηριστικά του αντιπροσωπευτικού συστήματος, ούτε η άμεση δημοκρατία συνδέεται απαραίτητα με τον ανορθολογισμό, την επικυριαρχία του θυμικού, τη λειψή ευθύνη, σημειώνουν. Τα συχνά δημοψηφίσματα στην Ελβετία, υποστηρίζουν, μείωσαν την ισχύ των πολιτικών κομμάτων δίνοντας περισσότερα όπλα στον πολίτη.

Οσοι τα αμφισβητούν, από την άλλη, αντικρούουν ότι η άμεση ψηφοφορία απαιτεί περίσκεψη, ιδίως αν δεν έχεις τρόπο να ζυγίζεις καθημερινά τις δάφνες ή τις στάχτες σου. Καλείσαι να απαντήσεις με ένα «ναι» ή ένα «όχι», μάλλον σε περίπλοκα ζητήματα, που έχουν λειανθεί από τις πολιτικές σκοπιμότητες ή έχουν καταστεί απειλητικά από τον φόβο. Πόσο ανόθευτο μπορεί να είναι ένα δημοψήφισμα σε συνθήκες ισχυρού επηρεασμού της κοινής γνώμης; 

Τα δημοψηφίσματα συνήθως οργανώνουν αυτοί που πιστεύουν ότι θα τα κερδίσουν, όπως δείχνει και η ελληνική εμπειρία. Στη νεότερη ιστορία έχουν καταγραφεί, πλην εκείνο της 5ης Ιουλίου 2015 για το σχέδιο συμφωνίας Ε.Ε., ΕΚΤ, ΔΝΤ, επτά δημοψηφίσματα (τα έξι για το πολιτειακό ζήτημα, τρία κατέληξαν υπέρ και τρία κατά της βασιλείας), τα τρία από δικτατορικές κυβερνήσεις, μόνο ένα (1974) γνήσιο και ελεύθερο. Ενώ πολλά άλλα δεν επιχειρήθηκαν –Κυπριακό, ένταξη στην ΕΟΚ, Μακεδονικό, ένταξη στην ΟΝΕ, ευρωπαϊκό σύνταγμα...

Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί φειδώ – ακόμη κι αν μπορούμε να φέρουμε πίσω την πέτρα που ρίξαμε, όπως στη Δανία το 1993 («ναι» στο δεύτερο δημοψήφισμα για το Μάαστριχτ). Δεν είναι ένας αναστεναγμός ανακούφισης που απομακρύνει δεινά, που καταργεί ερωτήματα, μια σωτηρία που πέφτει σαν κεραυνός, μια διαδικασία που ψιλοκοσκινίζει τα μυστικά μας και τα μασκαρεύει σε εθελούσια αποτελέσματα. Τα ίχνη τους μένουν ανεξίτηλα στην εθνική μας πορεία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ