ΕΛΛΑΔΑ

Από την Bond Street στις εμπόλεμες ζώνες

ΒΙΚΥ ΚΑΤΕΧΑΚΗ

Σε ένα από τα ταξίδια του (πριν από την ένταξή του στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα), στην Κένυα της Αφρικής. Εμεινε για πολλές μέρες στην ύπαιθρο, προσφέροντας τη βοήθειά του στη φυλή των Μασάι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Από τον δεύτερο όροφο του γραφείου του στην Bond Street, μπορούσε να χαζεύει την πολύβουη ζωή στον πιο ακριβό δρόμο του Λονδίνου. Ο Βαγγέλης Κασσωτάκης εργαζόταν στον διάσημο οίκο Cartier επί έντεκα χρόνια, τα τελευταία ως διευθυντής μάρκετινγκ όταν αποφάσισε ότι ήθελε τη ζωή του αλλιώς. Μάζεψε όλα τα προσωπικά είδη από το πολυτελές γραφείο του, αποχαιρέτησε τους συναδέλφους του και άρχισε να αναζητεί αυτό που θα έδινε πραγματικό νόημα στη ζωή του. Χωρίς κανένα προγραμματισμό, ταξίδεψε στη Λατινική Αμερική, όπου επισκέφθηκε δεκαπέντε χώρες, ζώντας καθημερινά κάτω από απρόβλεπτες συνθήκες.

Μέσα σε διάστημα τριών ετών έκανε και άλλα ταξίδια τόσο στη Νότια Αμερική όσο και στην Κένυα, όπου για πολλές μέρες έμενε στην ύπαιθρο προσφέροντας τη βοήθειά του στις φυλές της Αφρικής.

Η συνέχεια –ύστερα από όλα αυτά– ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη. Τον περασμένο Μάιο, ο Βαγγέλης Κασσωτάκης εντάχθηκε στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, θέλοντας να ενισχύσει με τη συμμετοχή του τη δράση της Οργάνωσης στις εμπόλεμες ζώνες ανά τον κόσμο. Πριν από λίγες μέρες επέστρεψε από την πρώτη του αποστολή στη Ράμθα της Ιορδανίας. Βρέθηκε εκεί για επτά μήνες με την ιδιότητα του συντονιστή ανθρώπινου δυναμικού, βοηθώντας πρόσφυγες που εγκαταλείπουν τη Συρία. Η ιστορία που αφηγείται μοιάζει βγαλμένη από μυθιστόρημα.

«Τα τελευταία χρόνια είχα αρχίσει να ενδιαφέρομαι έντονα για το πώς είναι ο κόσμος πέρα από τον δυτικό πολιτισμό, γι’ αυτό και ταξίδεψα πολύ. Διαπίστωσα ότι υπάρχουν ανάγκες στον κόσμο που δεν μπορούν να συγκριθούν με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε εμείς σήμερα και έτσι άρχισα να αναζητώ εμπειρίες που θα με έκαναν καλύτερο ως άνθρωπο και θα μου πρόσφεραν αυτό που τελικά ονειρευόμουν να ζήσω», λέει στην «Κ» ο 43χρονος σήμερα Βαγγέλης Κασσωτάκης.

Οταν τυχαία ήρθε σε επαφή με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, συνειδητοποίησε ότι ήταν πλέον έτοιμος να ακολουθήσει αυτόν το δρόμο. Συζήτησε με τους επικεφαλής της Οργάνωσης και περίμενε την πρώτη του αποστολή, έχοντας επισημάνει ότι θα δεχόταν οποιαδήποτε πρόταση του έκαναν, ακόμη και στις πιο επικίνδυνες περιοχές του πλανήτη. Τελικά, τον περασμένο Μάιο βρέθηκε στη Ράμθα, πέντε χιλιόμετρα μακριά από τα νότια σύνορα της Συρίας.

«Εκείνη την περίοδο στη διπλανή πόλη, την Ντάρια, γίνονταν καθημερινές μάχες και η περιοχή ήταν υπό τον έλεγχο του ISIS. Ειδικά τις νύχτες, οι βομβαρδισμοί και οι κανονιοβολισμοί ήταν τόσο έντονοι, που τα τζάμια έτριζαν και δεν μπορούσες να κλείσεις μάτι. Ημασταν συνεχώς σε επιφυλακή μήπως συνέβαινε κάτι», μας λέει ο Βαγγέλης Κασσωτάκης και περιγράφει εικόνες έντονης αντίθεσης από τη μία και την άλλη πλευρά των συνόρων.

«Σουρεαλιστικές εικόνες»

«Ζούσα σε μια πόλη όπου οι ρυθμοί ζωής συνεχίζονταν κανονικά, ενώ ακριβώς δίπλα σου μπορούσες να δεις με τα μάτια σου τον πόλεμο. Θυμάμαι κάποια βράδια που γίνονταν γάμοι στη Ράμθα και έριχναν φωτοβολίδες για να γιορτάσουν το γεγονός, ενώ την ίδια ώρα λίγο πιο πέρα έβλεπες λάμψεις και άκουγες τους κανονιοβολισμούς των εχθροπραξιών. Ηταν σουρεαλιστικές εικόνες, έβλεπες τη ζωή και τον θάνατο τόσο κοντά», αφηγείται.

Ο Βαγγέλης πέρασε τους επτά μήνες μέσα στην κλινική της Οργάνωσης, που ξεκίνησε να λειτουργεί εκεί το 2016 για να καλύψει τις ιατροφαρμακευτικές ανάγκες των Σύρων προσφύγων που εγκατέλειπαν τη χώρα τους κατά χιλιάδες.

«Αυτό που οι περισσότεροι με ρωτούσαν είναι πώς γίνεται να αφήνουμε πίσω τις οικογένειες και τα σπίτια μας για να πάμε στις εμπόλεμες ζώνες, την ίδια στιγμή που εκείνοι θέλουν να έρθουν στις δικές μας χώρες», μας λέει. «Οταν πήγα σε αυτό το μέρος φυσικά δεν γνώριζα κανέναν, ενώ όταν έφυγα από εκεί αισθάνθηκα ότι άφηνα το σπίτι και την οικογένειά μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι ο οδηγός που με πήγαινε στο αεροδρόμιο δεν μπορούσε να μιλήσει γιατί έκλαιγε από συγκίνηση. Ηταν μια πολύ έντονη εικόνα που πήρα μαζί μου, ειδικά επειδή ήξερα ότι πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα τους ξαναέβλεπα ποτέ».

Λίγο πριν από το τέλος της συζήτησης, τον ρωτάμε πώς βλέπει σήμερα την προηγούμενη ζωή του, που σε τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τη σημερινή.

«Δεν απορρίπτω κανένα μέρος της ζωής μου γιατί και στην προηγούμενη δουλειά μου γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους και έζησα ωραίες στιγμές. Καμία εμπειρία δεν πάει χαμένη, απλώς αυτό που κάνω σήμερα, το κάνω πλέον συνειδητοποιημένα. Τα χρήματα δεν σε κάνουν πιο ευτυχισμένο άνθρωπο, αυτό που σε κάνει ευτυχισμένο είναι να βρεις το νόημα της δικής σου ζωής. Και αυτό δεν είναι ποτέ αργά για να το κάνεις».

Ο Βαγγέλης περιμένει από μέρα σε μέρα την επόμενη αποστολή του με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, που πιθανότατα θα γίνει σε κάποια εμπόλεμη ζώνη της Ασίας ή της Κεντρικής Αφρικής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ