Πριν από περίπου μία δεκαετία, ένας καθηγητής από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο ονόματι Ράνταλ Χάνσεν έγραψε ένα βιβλίο για τις βομβιστικές επιθέσεις των συμμάχων στη ναζιστική Γερμανία. Τις πρώτες μέρες του 2018, λοιπόν, ο Χάνσεν είδε το βιβλίο του να αναρριχάται στις λίστες των ευπώλητων του Amazon. Δεν δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Το βιβλίο του έχει τίτλο «Fire and Fury» («Φωτιά και οργή»), όπως ακριβώς και αυτό του Μάικλ Γουλφ, του Αμερικανού δημοσιογράφου που πέρασε 18 μήνες στο περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ και κατόπιν έβγαλε τα άπλυτα του προέδρου στη φόρα, αποκαλύπτοντας ένα σκηνικό χάους στους διαδρόμους του Λευκού Οίκου. Η σύγχυση των αναγνωστών που απέτυχαν να ξεχωρίσουν τα δύο βιβλία (το ένα έχει στο εξώφυλλό του βομβαρδιστικά αεροπλάνα και το άλλο το πρόσωπο του Τραμπ) είναι ενδεικτική της μανίας που επικρατεί τον τελευταίο μήνα γύρω από το «εμπρηστικό» βιβλίο του Γουλφ. 

Όλα ξεκίνησαν πριν από την επίσημη κυκλοφορία του. Για την ακρίβεια, στις 3 Ιανουαρίου το περιοδικό New York προδημοσίευσε ένα απόσπασμα που προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Τραμπ: σε μια κίνηση πρωτοφανούς επιπολαιότητας προσπάθησε μέσω ενός δικηγόρου να μπλοκάρει την έκδοση, υποστηρίζοντας ότι το περιεχόμενο του βιβλίου ήταν αυθαίρετο. Η επιθυμία του προέδρου δεν εισακούστηκε, και μάλιστα προκάλεσε την περιέργεια του κόσμου: στα βιβλιοπωλεία σχηματίστηκαν ουρές και οι ηλεκτρονικές παραγγελίες ανήλθαν σε χιλιάδες μέσα στις πρώτες ώρες. Υπολογίζεται (σύμφωνα με στοιχεία του εκδοτικού οίκου Henry Holt and Company) ότι σύντομα θα έχουν πουληθεί πάνω από 1,5 εκατ. αντίτυπα και ότι το «Fire and Fury: Inside the Trump White House», όπως είναι ο πλήρης τίτλος του, θα μπορέσει, μέσα σε περίπου έναν μήνα, να ξεπεράσει τις πωλήσεις που έκανε μέσα σε 30 χρόνια το best seller του ίδιου του Τραμπ, «The Art of Deal». 

Κατά τα λεγόμενα του Γουλφ, ήταν ο ίδιος ο Τραμπ που έπειτα από μια τρίωρη συζήτηση του παραχώρησε την άδεια να βρίσκεται γύρω του, ώστε να γράψει αργότερα ένα βιβλίο. Ο 64χρονος δημοσιογράφος άρχισε να συλλέγει το υλικό του πριν από τις εκλογές του ’16 και στην πορεία είχε το ελεύθερο να κυκλοφορεί ανενόχλητος στη δυτική πτέρυγα του Λευκού Οίκου, καταγράφοντας όσα άκουγε και συζητώντας με περισσότερους από 200 ανθρώπους, εκ των οποίων άλλοι εμφανίζονται στο βιβλίο επώνυμα και άλλοι ως ανώνυμες πηγές. Ο Τραμπ απαντά ότι ουδέποτε συζήτησε μαζί του για οποιοδήποτε βιβλίο, ότι δεν του έδωσε άδεια για τίποτα και ότι όσα γράφει είναι ψέματα. Τι ειρωνεία, ο άνθρωπος που λειτουργεί ως σύμβολο της εποχής της μετα-αλήθειας (post-truth) και των ψευδών ειδήσεων να διαμαρτύρεται για έναν τέτοιο λόγο. Αλλά μήπως έχει δίκιο;

Μάικλ Γουλφ © Evan Sung for The New York Times

 

Ο Μάικλ Γουλφ είναι γνωστός και βραβευμένος δημοσιογράφος, για χρόνια αρθρογράφος σε μεγάλες εφημερίδες και περιοδικά (Hollywood Reporter, Vanity Fair, New York, GQ κ.ά.) και συγγραφέας αρκετών βιβλίων (ξεχωρίζει η βιογραφία του Ρούπερτ Μέρντοχ). Κινείται στους κύκλους μιας νεοϋορκέζικης ελίτ και παρευρίσκεται σε δείπνα και κοκτέιλ πάρτι, αλιεύοντας πληροφορίες και κουτσομπολιά για ισχυρούς ανθρώπους των μίντια, των επιχειρήσεων και της πολιτικής. Η φήμη του είναι αμφιλεγόμενη. Οι συνάδελφοί του εκτιμούν ότι τα κείμενά του βασίζονται πιο πολύ στη φαντασία του και λιγότερο στο ρεπορτάζ. Περιγράφεται ως ένας άνθρωπος που επιδιώκει την προσοχή και απολαμβάνει να προκαλεί. Μεγάλη επιτυχία λοιπόν. Μόλις εξόργισε τον πιο ισχυρό άνθρωπο στον πλανήτη. Και σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς, τα έσοδά του από τις πωλήσεις του βιβλίου θα ξεπεράσουν τα 7 εκατ. δολάρια. Σε αυτά θα προστεθούν τα έσοδα από τα δικαιώματα της τηλεοπτικής μεταφοράς του «Fire and Fury», τα οποία ήδη αγοράστηκαν από την Endeavor Content.

Διαβάζοντας το βιβλίο

Το βιβλίο έχει όντως ανακρίβειες. Ήδη έχουν εντοπιστεί ορισμένες. Εύκολα λάθη τα οποία ο Γουλφ θα μπορούσε να έχει απλώς μπει στη διαδικασία να ελέγξει. Ωστόσο το γενικό συμπέρασμα που βγάζει κανείς μετά την ανάγνωση του «Fire and Fury» δεν μοιάζει αμφισβητήσιμο. Ότι δηλαδή οι άνθρωποι του περιβάλλοντος του προέδρου τον θεωρούν ακατάλληλο να κυβερνήσει. Ότι τον αντιμετωπίζουν σαν ένα μεγάλο παιδί, μιλούν προσβλητικά γι’ αυτόν πίσω από την πλάτη του, γελούν με τις αποφάσεις και το πνευματικό του επίπεδο. «Αυτό που είδα», γράφει ο Γουλφ, «είναι μια ομάδα ανθρώπων που αγωνίζονται, ο καθένας με τον τρόπο του, να συμβιβαστούν με ό,τι σημαίνει να δουλεύεις για τον Ντόναλντ Τραμπ». 

Βασικός πληροφοριοδότης του Γουλφ υπήρξε ο ακροδεξιάς ιδεολογίας Στιβ Μπάνον, ο επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ και μετέπειτα σύμβουλός του μέχρι το καλοκαίρι. Ο Μπάνον, λοιπόν, χαρακτηρίζει «προδοσία» και πράξη «αντιπατριωτική» τη συνάντηση του γιου του προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ Τζ., με Ρώσους αξιωματούχους στον Trump Tower στη Νέα Υόρκη, δίνοντας μεγαλύτερη διάσταση στο πολυσυζητημένο ραντεβού. Αποκαλύπτει επίσης ότι η μεταφορά της πρωτεύουσας του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ ήταν αρχικά προγραμματισμένη για την «πρώτη μέρα» της θητείας του Τραμπ. Αλλού χαρακτηρίζει την Ιβάνκα «χαζή σαν τούβλο». Η Ιβάνκα, παρεμπιπτόντως, σύμφωνα με άλλες πηγές του Γουλφ, δεν χάνει ευκαιρία να κοροϊδέψει τα περιβόητα μαλλιά του πατέρα της και κάποια στιγμή στο μέλλον δεν θα έλεγε όχι να γίνει η πρώτη γυναίκα πρόεδρος των ΗΠΑ. 

Ουρές στα βιβλιοπωλεία για το «Fire and Fury», που αποτελεί ήδη εκδοτικό φαινόμενο. © AP Photo/Alastair Grant

 

Διαβάζεται πολύ ευχάριστα. Σαν μυθιστόρημα. Επί της ουσίας, όμως, δεν προσθέτει κάτι που δεν γνωρίζαμε πέρα από μικρά κουτσομπολιά πίσω από τις πόρτες του Λευκού Οίκου, πολιτικές ιστορίες ελάσσονος σημασίας και την επιβεβαίωση ότι η εικόνα που έχουν για τον Τραμπ οι συνεργάτες του ταυτίζεται με την εικόνα που έχει γι’ αυτόν η πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού. Για εμάς τους εκ του μακρόθεν αναγνώστες, το πιο ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου είναι αυτό στο οποίο ο Γουλφ υποστηρίζει ότι ο Τραμπ ήταν ανέτοιμος να κυβερνήσει, επειδή πολύ απλά δεν πίστευε ότι θα βρεθεί σε αυτή τη θέση. Δεν πίστευε ότι θα κερδίσει την Κλίντον. Ούτε καν ήθελε να την κερδίσει! Ο στόχος του ήταν να εκμεταλλευτεί τη δημοσιότητα για να ισχυροποιήσει το όνομά του επιχειρηματικά, να διαφημίσει τον εαυτό του. Ούτε η Μελάνια ήθελε να γίνει η Πρώτη Κυρία. Προτιμούσε την ησυχία της. Ο Τραμπ τής είπε να κάνει υπομονή, γιατί όλα θα τελειώσουν όταν θα χάσει τις εκλογές! Όταν οι δυο τους πληροφορήθηκαν τα τελικά αποτελέσματα, «ο Τραμπ έμοιαζε σαν να είχε δει φάντασμα» και «η Μελάνια ήταν βουρκωμένη και όχι με δάκρυα χαράς». Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται ο Γουλφ. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ