Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Μάθιου Νίμιτς: 1994

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αν δεν είσαι ΑΕΚ, δεν έχεις λόγο να θυμάσαι το 1994. Δεν ήταν μια δραματική χρονιά. Ο μόνος αξιωματικός που εμφανιζόταν στην τηλεόραση και τύγχανε μιας κάποιας προσοχής ήταν ο σμήναρχος Κάκαλος (δηλαδή ο Γιάννης Μπέζος στη σειρά «Της Ελλάδος τα παιδιά»). Ο μόνος που εκείνη τη χρονιά άκουσε να τον φωνάζουν «προδότη» ήταν ο Αλκέτας Παναγούλιας – και πάλι όχι κυριολεκτικά, αλλά επειδή στο Μουντιάλ είχαμε φάει δέκα και δεν είχαμε βάλει κανένα.

Τα εθνικά πάθη ήταν σε καταστολή τη χρονιά που ο Μάθιου Νίμιτς ανέλαβε να μεσολαβήσει για να λυθεί η διαφορά για το όνομα – πέντε συλλαβές που τον έχουν απασχολήσει ήδη για σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα.

Η ανάμνηση των μεγάλων συλλαλητηρίων ήταν ακόμη νωπή. Ο πυρετός όμως είχε υποχωρήσει. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κάποιος και για την επόμενη κρίσιμη στροφή του προβλήματος, το 2008. Ούτε τότε το όνομα προκάλεσε μαζικές αντιδράσεις. Πώς έφτασε σήμερα όχι μόνο να κυριαρχεί στη δημόσια ζωή, αλλά και σχεδόν να μονοπωλεί τις αγωνίες τόσων Ελλήνων;

Η απάντηση με την ευρύτερη –διακομματική– αποδοχή αναφέρεται στον πληγωμένο εθνικό εγωισμό· στο μάγμα της απόγνωσης που συσσώρευσε η κρίση και βρήκε τώρα τρόπο να εκραγεί.

Χωρίς να είναι λάθος, η περιγραφή αυτή δημιουργεί την απατηλή εντύπωση ότι η επαναδραματοποίηση του Μακεδονικού ήταν μοιραία. Οτι, κατά φυσική νομοτέλεια, δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Κι όμως. Δεν θα ήταν διαφορετική η κοινωνική αντίδραση εάν ο ελάσσων κυβερνητικός εταίρος δεν είχε πρώτος πυροδοτήσει μια πλειοδοσία φρονήματος; Θα ήταν ίδιο το κλίμα, εάν ο πρωθυπουργός δεν είχε καταχραστεί και αυτό το ζήτημα συνδικαλιστικά – αν δεν είχε δοκιμάσει να το στρέψει κατά της αντιπολίτευσης, εξωθώντας την έτσι στον δρόμο;

Ακούγοντας κανείς τον Μάθιου Νίμιτς να μιλάει για το πρόβλημα, έχει την ευκαιρία να θυμηθεί ότι πρόκειται για διακρατική διαφορά επιδεκτική νομικής διευθέτησης. Στα 24 χρόνια που ψειρίζει τις λεπτομέρειες αυτής της διευθέτησης, οι φαντασιακές Μακεδονίες δεν έμειναν ίδιες, ούτε εδώ ούτε στα Σκόπια.

Το ιδεολογικό περιεχόμενο του ονόματος άλλαζε ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτικές του χρήσεις. Ανάλογα με το πόσο ικανές ήταν οι πολιτικές ηγεσίες να κρατήσουν την απόσταση του συμβολικού από το πραγματικό.

Το συμβολικό φορτίο δεν χρειάζεται χρόνια για να μετατοπιστεί. Μπορεί να μπατάρει και στιγμιαία. Με μια τιμονιά.

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τι σήμαινε το όνομα πριν από δύο μήνες και τι έφτασε να σημαίνει σήμερα. Τι σήμαινε πριν από δύο μήνες «πατριωτισμός». Και τι σημαίνει σήμερα που τον χωροθετεί ο Καμμένος. Και τον επιπλώνει ο Πατούλης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ