ΚΟΣΜΟΣ

Ααρον Απελφελντ (1932-2018)

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Ο σπουδαίος συγγραφέας Ααρον Απελφελντ πέθανε στο Ισραήλ στις 4 Ιανουαρίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​τις 4 Ιανουαρίου 2018 πέθανε στο Ισραήλ ο σπουδαίος συγγραφέας Ααρον Απελφελντ. Γεννήθηκε στο Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνας, που ανήκε τότε στη Ρουμανία, στον ίδιο δρόμο με τον ποιητή Πάουλ Τσέλαν, σε οικογένεια αφομοιωμένων Εβραίων. Μητρική γλώσσα τα γερμανικά, η γλώσσα του εχθρού. Γνωρίζει την κοινή μοίρα των Εβραίων της Ευρώπης στα χρόνια του Μίσους, αλλά έχει και μια μοίρα εντελώς ξεχωριστή: δραπετεύει από το στρατόπεδο όπου τον έχουν κλείσει, το φθινόπωρο του 1942, και περιπλανιέται, δεκάχρονο παιδί, μόνο του, στα δάση της Ουκρανίας. Μετά το τέλος του πολέμου θα διασχίσει όλη την Ευρώπη και θα φτάσει στην Ιταλία, από όπου ένα καράβι θα τον φέρει το 1946, στα δεκατέσσερα χρόνια του, στην Παλαιστίνη. Τη μυθιστορηματική ανάπλαση της ζωής του τη διαβάζουμε στο αριστουργηματικό και διασημότερο έργο του, την «Ιστορία μιας ζωής» (1999, ελληνική έκδοση 2007).

Θεωρώ μεγάλη τύχη της ζωής μου που αντάμωσα αυτόν τον μικρόσωμο και ευγενικό άνθρωπο δύο φορές και συζήτησα μαζί του, κατά την επίσκεψή του, τον Απρίλιο 2009, στην Αθήνα. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τρία βιβλία του (όλα από τις εκδόσεις της Εστίας, σε μετάφραση της Μάγκυς Κοέν). Εις μνημόσυνον, θα σύρω εδώ λίγες γραμμές για ένα από αυτά, την «Απρόσμενη αγάπη» (2003, ελληνική έκδοση 2008 ).

Ο Ερνεστ, Εβραίος από τα Καρπάθια, έχει χάσει, τον καιρό του ναζιστικού διωγμού, τη γυναίκα του, την κόρη του, τους γονείς του. Επειτα από έναν δεύτερο αποτυχημένο γάμο, ζει μόνος στην Ιερουσαλήμ. Είναι συγγραφέας, γράφει στα γερμανικά αλλά δεν έχει δημοσιεύσει τίποτε. Στα 68 χρόνια του προσβάλλεται από καρκίνο και αναγκάζεται να πάρει μια γυναίκα, την Ιρένα, για να φροντίζει το σπίτι και να μαγειρεύει. Η Ιρένα έχει τα μισά του χρόνια, είναι απλή ψυχή και λίγο αλαφροΐσκιωτη. Πίστη στον Θεό σημαίνει γι’ αυτήν να κάνει ό,τι έκανε η μητέρα της (σ. 28), απλές, καθημερινές χειρονομίες. Η Ιρένα φροντίζει με βουβή αφοσίωση και τρυφερότητα, γαλήνια και υπομονετικά, τον άρρωστο συγγραφέα, που παλεύει νύχτα-μέρα με τα χαρτιά του. Δεν ζητάει τίποτε για τον εαυτό της. Οταν μια καρδιακή προσβολή θα τον οδηγήσει στο νοσοκομείο, θεωρεί αυτονόητο να μη λείψει ούτε λεπτό από δίπλα του όλο το εικοσιτετράωρο και, όταν χρειαστεί, επειδή οι πόνοι έχουν γίνει αφόρητοι, θα τον φροντίσει με το ίδιο της το κορμί: «Αγκάλιασε το μεγάλο του σώμα με τα δυο της χέρια και σφίχτηκε πάνω του» (σ. 196).

Ο Ερνεστ στα εφηβικά του χρόνια αποστάτησε από την πίστη των πατέρων, προσχώρησε στην κομμουνιστική ιδεολογία, απαρνήθηκε τους γονείς του. Τώρα τελευταία έχει ανακαλύψει τη Βίβλο και τη διαβάζει κάθε μέρα. Αυτό το καθημερινό διάβασμα υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της αισθητικής συγκίνησης: «Δεν περνάει μέρα χωρίς να διαβάσει ένα κεφάλαιο της Βίβλου ή της χασιδικής γραμματείας. Και υπάρχουν μέρες που το θυμίαμα που αναδίδουν τούτα τα βιβλία τον μεθάει. Φορές, μετά την ανάγνωση ενός βιβλικού κεφαλαίου, κάθεται και κλαίει σαν παιδί» (σ. 93· βλ. ακόμη σ. 77, 167, 175, 218, 225). Οταν η αρρώστια τον έχει καταβάλει πολύ, ζητάει από την Ιρένα να του διαβάζει (σ. 224). Ο Ερνεστ όμως δεν ξέρει να προσεύχεται, δεν το έμαθε ποτέ αυτό το αγώνισμα. Σήμερα θα το ήθελε περισσότερο από καθετί άλλο, γιατί τη γνώρισε την προσευχή, την είδε, θα έλεγα, ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του παππού του. Η απλότητα και η καλοσύνη της Ιρένας θα οδηγήσουν τον Ερνεστ να αναγνωρίσει την απλότητα και την καλοσύνη των παππούδων του, την αγιότητα της πίστης τους και της ζωής τους, να επιστρέψει στον τόπο απ’ όπου ήρθε (σ. 164). Μέσα από αυτή τη συμφιλίωση και επιστροφή, ο Ερνεστ θα βρει επιτέλους, μετά τόσα χρόνια πάλης, τη συγγραφική φωνή του. Οσα γράφει τώρα δεν τα σκίζει πια, τα κρατάει, θέλει να μείνουν. Ο,τι δεν πέτυχαν τα διαβάσματα και το «παράδειγμα των μεγάλων» (Σολωμός), το πετυχαίνει μια ολιγογράμματη γυναίκα. Χάρις στην αγάπη της Ιρένας, ο Ερνεστ θα γίνει ο συγγραφέας που ήθελε πάντα να είναι, να δημιουργήσει δηλαδή ένα έργο που να εκφράζει και να συμμερίζεται την κοινή μοίρα του λαού του (σ. 82) –επομένως και κάθε άλλου.

Η μάνα του Απελφελντ δολοφονήθηκε από τους αντισημίτες στις αρχές του πολέμου. «Δεν την είδα να πεθαίνει, όμως την κραυγή της, τη μία και μοναδική, την άκουσα. Ο θάνατός της βρίσκεται βαθιά μέσα μου, όμως μεγαλύτερη θέση από τον θάνατό της κατέχει το ζωντάνεμά της. Κάθε που είμαι χαρούμενος ή λυπημένος βλέπω το πρόσωπό της. Αλλοτε είναι ακουμπισμένη στο περβάζι του παραθύρου κι άλλοτε στέκει στην εξώθυρα του σπιτιού μας, σαν να ’ναι έτοιμη να έρθει κοντά μου» («Ιστορία μιας ζωής», σ. 69). Σε αυτό το περβάζι παραμονεύει τώρα η Ιρένα (σ. 215, 233, 237), για να εμποδίσει τον Αγγελο του Θανάτου να μπει στο δωμάτιο του βαριά άρρωστου και ετοιμοθάνατου Ερνεστ. Είναι πεπεισμένη πως τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει, ότι η ζωή θα συνεχιστεί ειρηνική και αδιατάρακτη. Δεν είναι αυταπάτη. Είναι αγάπη. Γιατί τι σημαίνει τελικά αγαπώ έναν άνθρωπο; Σημαίνει, όπως μας έμαθε ο Γκαμπριέλ Μαρσέλ, να πιστεύεις και να του λες «Εσύ, δεν θα πεθάνεις».

Ο Απελφελντ έζησε την ανθρώπινη αγριότητα στον ύψιστο βαθμό και ξέρει καλά τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο. Δεν του χρειάζεται να επιμείνει σε αυτό, να το αναλύσει. Στρέφει την προσοχή του στην άλλη πλευρά της ζωής, στην έκπληξη της καλοσύνης. Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι το κακό –αυτό είναι μάλλον αναμενόμενο–, το σκάνδαλο και το αίνιγμα είναι η καλοσύνη. Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να βγάλει την μπουκιά από το στόμα του και να τη δώσει σε έναν ξένο; «Κανένας δεν μπόρεσε να δώσει πειστική απάντηση» («Ιστορία μιας ζωής», σ. 89). Το μυστήριο της αγιότητας. Στο έργο του Απελφελντ συχνάζουν πολλές τέτοιες μορφές αγιότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ