ΜΟΥΣΙΚΗ

Οπερα του Καρρέρ ξαναγεννιέται 150 χρόνια μετά

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Βύρων Φιδετζής διευθύνει την όπερα «Fior di Maria» για πρώτη φορά ύστερα από 150 χρόνια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Συγκινητική υπήρξε η ατμόσφαιρα στις 17 Ιανουαρίου, κατά τη συναυλιακή απόδοση της όπερας «Fior di Maria» ή «Μαριάνθη» του Παύλου Καρρέρ στο ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Οχι άδικα, αφού το έργο φαίνεται να έχει παρουσιαστεί μονάχα μία φορά στην Κέρκυρα, τον Ιανουάριο του 1868 με αποκλειστικά ιταλική διανομή υπό τη μουσική διεύθυνση του Αναστάσιου Ρινόπουλου, μαθητή του Μάντζαρου.

Η παρτιτούρα μοιάζει να έχει χαθεί, διασώζεται όμως η αναγωγή της για φωνές και πιάνο. Σε αυτήν και στη μεγάλη εμπειρία του στηρίχθηκε ο αρχιμουσικός Βύρων Φιδετζής για μία νέα ενορχήστρωση, η οποία επιτρέπει 150 χρόνια αργότερα να γίνει η όπερα γνωστή σε ευρύ κοινό, όπως επίσης να εμπλουτισθεί με μία ακόμα ψηφίδα η εικόνα της ελληνικής μουσικής δημιουργίας συνολικά και του 19ου αιώνα ειδικότερα.

Αναφορά στον Βέρντι

Το έργο εντάσσεται από κάθε άποψη ομαλά στην οικογένεια της ιταλικής όπερας των μέσων του 19ου αιώνα. Η θεματολογία, η μουσική δραματουργία, η γλώσσα και η αισθητική της μουσικής, όλα ακολουθούν τους κανόνες και τα στερεότυπα ιταλικών έργων της εποχής, όπως εμφανίζονται στις όπερες της πρώτης και της μεσαίας περιόδου του Βέρντι («Οι Ληστές», «Λουίζα Μίλλερ», «Τραβιάτα»), στα έργα του Μερκαντάντε («Ο όρκος», «Ο αντιβασιλέας») και άλλων Ιταλών, που παίζονταν τακτικά σε Κέρκυρα, Ζάκυνθο και Κεφαλονιά από περιοδεύοντες θιάσους. Η υπόθεση βασίζεται στο άλλοτε δημοφιλέστατο κοινωνικό μυθιστόρημα «Τα μυστήρια των Παρισίων» του Εζέν Σι, που είχε δημοσιευτεί σε εφημερίδα σε πολλές συνέχειες από το 1842 έως το 1843. Λογίζεται ως ένα από τα πρώτα που απηχούν σοσιαλιστικές ιδέες καθώς αφηγείται με ρεαλισμό τα πάθη ταπεινών ανθρώπων. Υπήρξε τόσο σημαντικό, ώστε να απασχολήσει τον Μαρξ, ο οποίος κατηγόρησε τον Σι ότι άθελά του μετέτρεπε αληθινούς χαρακτήρες σε καρικατούρες.

Στο έργο πρωταγωνιστεί ο δούκας Ροδόλφος. Είχε αποκτήσει κρυφά μία κόρη από τη σχέση του με τη Σάρα, η οποία θεώρησε το παιδί εμπόδιο στην κοινωνική της αναρρίχηση και φρόντισε ώστε να χαθεί. Το παιδί αυτό, η Μαριάνθη, μεγάλωσε σε πολύ κακές συνθήκες και υποχρεώθηκε να εκδίδεται για να ζήσει. Ο Ροδόλφος αναζητά και βρίσκει την κόρη του. Οταν όλα έρχονται στο φως, λίγο πριν ξεψυχήσει η Σάρα ζητά συγχώρεση από τον Ροδόλφο και τη Μαριάνθη.

Αφελές και προσχηματικό, το λιμπρέτο του Τζοβάνι Κατσαλούπι δεν διαφέρει από άλλα ανάλογα της εποχής. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια της συναυλίας εύστοχη υπήρξε η προβολή σχεδίων από την έκδοση των «Μυστηρίων των Παρισίων» στη σειρά «Κλασσικά εικονογραφημένα» των εκδόσεων «Ατλαντίς». Η στενή σχέση του πατέρα με την κόρη είναι το πρώτο προφανές στερεότυπο στοιχείο, κοινό με πάμπολλες όπερες του Βέρντι. Οχι συμπτωματικά, το μόνο εκτενές και καλά επεξεργασμένο ντουέτο του έργου είναι αυτό ανάμεσα σε πατέρα και κόρη στην τρίτη πράξη.

Συνολικά η όπερα εξελίσσεται μέσα από μία ακολουθία από άριες και λιγοστά χορωδιακά. Το λιμπρέτο παρέχει τις αφορμές και ο Καρρέρ βρήκε τον τρόπο να χωρέσει τα πάντα, από στερεότυπες τριμερείς άριες με εισαγωγικό απαγγελτικό τμήμα (ρετσιτατίβο), αργό και ζωηρό μέρος (καμπαλέτα), έως «ρομάντσες», «προπόσεις» και «προσευχές». Υπάρχουν άριες για όλες τις φωνές και για όλους τους βασικούς χαρακτήρες, ακόμα και για τον τενόρο, που εδώ δεν είναι ο «εραστής» αλλά χαρακτήρας, ο οποίος κάνει απλώς περιστασιακή εμφάνιση. «Εραστής» δεν υπάρχει, επομένως απουσιάζει και το στερεότυπο «ερωτικό ντουέτο»: στη συγκεκριμένη όπερα, ο πατέρας δεν έχει κανέναν αντίζηλο.

Καλές ερμηνείες

Παρά τον τίτλο, πρωταγωνιστής στην όπερα είναι ο Ροδόλφος, τη μουσική του οποίου απέδωσε εξαιρετικά ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης. Τόσο τα λυρικά μέρη όσο και τα περισσότερο ρωμαλέα τραγουδήθηκαν με γεμάτη και υγιή φωνή, άνετη σε όλη της την έκταση. Μεγαλύτερη ποικιλία, και συνεπώς μεγαλύτερες απαιτήσεις είχε ο ρόλος του τίτλου. Η υψίφωνος Σοφία Κυανίδου ανταποκρίθηκε χωρίς πρόβλημα στη δεξιοτεχνική γραφή, υπήρξε ποιητική στην «προσευχή» της τελευταίας πράξης όσο και ενθουσιώδης στα εμβατηριακά μέρη που προβλέπει ο Καρρέρ, ενώ αντιμετώπισε με ευκολία αρκετές εκτεθειμένες φράσεις και περάσματα στην ψηλή περιοχή της φωνής. Εξίσου πειστική υπήρξε η Αννα Στυλιανάκη ως Σάρα. Η φωνή κάλυψε με άνεση τις απαιτήσεις της μουσικής, ενώ η ερμηνεία απέφυγε τις υπερβολές και έδωσε συναίσθημα στον ρόλο, δικαιολογώντας στο μέτρο του δυνατού τους χειρισμούς.

Τους τρεις πρωταγωνιστές πλαισίωσαν ο τενόρος Δημήτρης Σιγαλός, ο ρόλος του οποίου περιλάμβανε μία από τις ωραιότερες άριες του έργου, ο βαθύφωνος Κωνσταντίνος Κατσάρας, ο βαρύτονος Μάριος Σαραντίδης, η μεσόφωνος Ιρένα Αθανασίου και ο τενόρος Αρης Προσπαθόπουλος. Τη μεικτή χορωδία του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε προετοιμάσει ο καθηγητής μουσικολογίας Νίκος Μαλλιάρας, πρόεδρος της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών και βασικός αρωγός στην προσπάθεια αναβίωσης του έργου. Διηύθυνε ο Φιδετζής, υπερασπιζόμενος με επιτυχία τη δουλειά του, αλλά προ πάντων το άγνωστο έργο του Καρρέρ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ