ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κλείνει το μάτι σε αύξηση κατώτατου μισθού ο Τσακαλώτος

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Για αρκετά καθαρή έξοδο από το μνημόνιο μίλησε χθες ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, κατεβάζοντας κατά ένα τόνο τις υπερβολικά αισιόδοξες κυβερνητικές προσδοκίες. Παράλληλα, όμως, σε μια φιλολαϊκή αποστροφή συνέντευξής του στον Alpha, υπαινίχθηκε ενδεχόμενο αύξησης του κατώτατου μισθού και έδωσε υποσχέσεις για φορολογικές ελαφρύνσεις στη μεσαία τάξη.

Συγκεκριμένα είπε ότι μετά τη λήξη του μνημονίου, η αλλαγή θα γίνει σιγά σιγά. Θα περάσουμε σταδιακά από το καθεστώς επιτήρησης τόσο των στόχων όσο και των μέσων επίτευξής τους σε απλή επιτήρηση των στόχων, δίνοντας βαθμούς ελευθερίας στην κυβέρνηση. Στο πλαίσιο αυτό είπε ότι η κυβέρνηση θα ετοιμάσει το δικό της πρόγραμμα για τη μεταμνημονιακή εποχή, το οποίο θα αφορά και κοινωνικά ζητήματα και επικαλέστηκε το παράδειγμα της Πορτογαλίας η οποία –υπενθύμισε– αύξησε τον κατώτατο μισθό. Θέμα αύξησης του κατώτατου μισθού είχε θέσει και η υπουργός Εργασίας Εφη Αχτσιόγλου τον περασμένο μήνα.

Επίσης, ο κ. Τσακαλώτος είπε ότι κατά τα επόμενα 5 χρόνια προβλέπονται μειώσεις φόρων 3,5 δισ. ευρώ (σ.σ. εφόσον εφαρμοστούν τα αντίμετρα) και ένα «πολύ μεγάλο μέρος» τους θα αφορά τη μεσαία τάξη.

Η χώρα δεν χρειάζεται προληπτική πιστωτική γραμμή (ECCL), υποστήριξε ο υπουργός Οικονομικών. Πρέπει κάποτε να βγει από τα προγράμματα και να γίνει μια κανονική χώρα, υποστήριξε, προσθέτοντας ότι οι αγορές προτιμούν αυτή την εξέλιξη.

Την άποψη του κ. Τσακαλώτου ότι οι αγορές προτιμούν την καθαρή έξοδο δεν συμμερίζεται, ωστόσο, μια μεγάλη ξένη τράπεζα, η JP Morgan, η οποία σε χθεσινή έκθεσή της θεωρεί δύσκολο το σενάριο της καθαρής εξόδου και πιθανολογεί ότι η έξοδος θα είναι «βρώμικη». Σύμφωνα με την τράπεζα, παρά την πρόσφατη βελτίωση των σχέσεων της κυβέρνησης με τους Ευρωπαίους δανειστές της χώρας, η Ελλάδα δεν παύει να είναι μια μοναδική περίπτωση, λόγω του ύψους του χρέους της, των πολύ φιλόδοξων δημοσιονομικών στόχων, της μεγάλης ύφεσης που βίωσε τα προηγούμενα χρόνια, της αβεβαιότητας για τη βιωσιμότητα της επικείμενης ανάκαμψης, του κινδύνου ανατροπής των μεταρρυθμίσεων και του ασταθούς πολιτικού περιβάλλοντος. Ετσι, η τράπεζα προβλέπει ότι θα υπάρξουν ειδικές ρυθμίσεις για την Ελλάδα, με αυστηρότερη εποπτεία από αυτήν που εφαρμόστηκε στην Ιρλανδία και στην Πορτογαλία.

Γραφείο Προϋπολογισμού

Eξάλλου, και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή υπογραμμίζει στην τριμηνιαία έκθεσή του (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2017) ότι «η έξοδος στις αγορές δεν σημαίνει το τέλος της εποπτείας, δηλαδή την είσοδο σε μια κατάσταση χωρίς δημοσιονομικούς ή άλλους περιορισμούς». Εκτιμά, μάλιστα, ότι θα υπάρξουν και νέα μέτρα πέραν αυτών που έχουν ψηφιστεί για το 2019 και 2020.

Το Γραφείο κάνει λόγο για υπερφορολόγηση, λέγοντας ότι οι Ελληνες είναι πάνω από τον μέσον όρο της Ευρωζώνης στον φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και στον ανώτατο συντελεστή ΦΠΑ.

Το ΔΝΤ

Ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου του ΔΝΤ Ουίλιαμ Μάρεϊ ενίσχυσε, εξάλλου, χθες τις εκτιμήσεις περί επιστροφής του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, λέγοντας ότι οι αποφάσεις του Eurogroup του Ιανουαρίου επιταχύνουν τις διαδικασίες για την ελάφρυνση του χρέους. Ωστόσο, ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι οι απόψεις του Ταμείου για την ενεργοποίηση του προγράμματος δεν έχουν αλλάξει και βασίζονται σε δύο πυλώνες: μεταρρυθμίσεις από την Ελλάδα και ελάφρυνση χρέους ώστε να καταστεί βιώσιμο από τους Ευρωπαίους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ