ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φόροι και πρόσθετες χρεώσεις ανεβάζουν το κόστος ενέργειας

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το κόστος ενέργειας αγγίζει σε πολλές περιπτώσεις στην Ελλάδα μέχρι και το 50% του συνολικού κόστους της παραγωγικής διαδικασίας. Οταν το κόστος αυτό για τις ελληνικές επιχειρήσεις είναι 30% πάνω από το κόστος που πληρώνουν οι ανταγωνιστές τους στην Ευρώπη, οι οποίοι με τη σειρά τους πληρώνουν διπλάσιο ενεργειακό κόστος από τους ανταγωνιστές τους στις ΗΠΑ και στη Ρωσία και 20% πιο ακριβά από τους ανταγωνιστές τους στην Κίνα, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κάποιος ότι ο δρόμος για την ανάκαμψη της οικονομίας δεν είναι απλώς μακρύς και δύσκολος. Το υψηλό ενεργειακό κόστος ασκεί διπλή πίεση στην ελληνική οικονομία, καθώς από τη μία αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την προσέλκυση επενδύσεων και από την άλλη υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα κυρίως ενεργοβόρων βιομηχανιών.

Πού οφείλεται όμως το υψηλό κόστος ενέργειας στην Ελλάδα; Την απάντηση έδωσε ο πρόεδρος της Επιτροπής Βιομηχανίας της Business Europe, Γκέρχαρτ Κοχ, ο οποίος βρέθηκε στην Αθήνα την περασμένη Τρίτη προσκεκλημένος του ΣΕΒ. Ενώ το κόστος παραγωγής της κιλοβατώρας είναι πάνω-κάτω το ίδιο σε όλες τις χώρες της Ε.Ε., οι ελληνικές βιομηχανίες έχουν υψηλότερο κόστος ενέργειας κατά 30% από τις ευρωπαϊκές και αυτό λόγω της φορολογίας και των επιπλέον χρεώσεων που συνδέονται με την καθυστέρηση ανοίγματος της ενεργειακής αγοράς, είπε ο κ. Κοχ και δεν έλεγε κάτι καινούργιο.

Από το 2012 η εγχώρια βιομηχανία βρίσκεται σε ένα διαρκή αγώνα να πείσει την πολιτική ηγεσία για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών βιομηχανιών. Επειδή η Ευρώπη δεν ήταν ποτέ ενεργειακά ανταγωνιστική, αλλά το χάσμα ενεργειακού κόστους σε σχέση με τους κύριους εμπορικούς της εταίρους τα τελευταία χρόνια διαρκώς διευρύνεται, η Ε.Ε. έδωσε μέσω της οδηγίας τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να πάρουν μέτρα στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας τους έναντι του ανταγωνισμού από τρίτες χώρες. Τα μέτρα αυτά ήταν στη διακριτική ευχέρεια των κρατών-μελών και τα περισσότερα κράτη με προεξάρχουσα τη Γερμανία τα υιοθέτησαν από το 2014. Σε εφαρμογή της οδηγίας για τις κατευθυντήριες γραμμές, τα περισσότερα κράτη-μέλη έχουν απαλλάξει ή μειώσει σημαντικά τις ενεργοβόρες βιομηχανίες από χρεώσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα, όπως ΕΦΚ, ΕΤΜΕΑΡ, χρεώσεις δικτύου κ.ά. Αντιθέτως, η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να πληρώνει ρυθμιζόμενες χρεώσεις και μάλιστα υψηλές, όπως και Υπηρεσίες Κοινής Ωφελείας (ΥΚΩ) λόγω έλλειψης διασυνδέσεων νησιών, κόστος που δεν το έχουν άλλες χώρες. Ετσι η ενεργοβόρα βιομηχανία στην Ελλάδα για κάθε μεγαβατώρα που καταναλώνει επιβαρύνεται με επιπλέον κόστος 2,5 ευρώ για ΕΤΜΕΑΡ (τέλος ΑΠΕ), 2,5 ευρώ ΕΦΚ (με εξαίρεση τη μεταλλουργία και την ηλεκτρόλυση από το 2016), με 2,5 ευρώ έως 5 ευρώ για τη χρήση του δικτύου και με 4,14 ευρώ για τις ΥΚΩ.

Η επιβάρυνση από αυτές τις χρεώσεις έρχεται να προστεθεί σε μια υψηλή χονδρική τιμή ρεύματος, που αποκλίνει από την αντίστοιχη μέση τιμή των χωρών της Ε.Ε. σε ποσοστό 20%. Η απόκλιση αυτή είναι αποτέλεσμα της καθυστέρησης ανοίγματος της αγοράς ηλεκτρισμού και του κόστους των διαφόρων μεταβατικών μηχανισμών και ρυθμιστικών μέτρων.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ