Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Στην κεφαλή το ετερόκλητο πλήθος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δ​​ύσκολα κανείς το αμφισβητεί. Υπάρχει ρεύμα. Και όχι μόνο από το πιο θερμοκέφαλο, το πιο ακραία εθνικιστικό κομμάτι της κοινωνίας, που χυδαιολογεί, το πιο επιρρεπές στη συνωμοσιολογία και στο μίσος, που ξερνά θύελλα από βλαστήμιες, το πιο ξενοφοβικό, που εμποδίζει την εγκαινίαση ξενώνων για πρόσφυγες και πετάει μολότοφ σε σκηνές με γυναικόπαιδα, το πιο γραφικό, που έλκει το μάτι της κάμερας. Αλλά και από εκείνο το κοινωνικό τμήμα που συνήθως αδρανεί, σιωπά – δεδομένο το οποίο εκμεταλλεύονται όσα κόμματα απεμπολούν αρχές χάριν ψηφοθηρίας. Το τμήμα που δεν θορυβεί, αλλά συνήθως κινείται σαν μια βουβή μολυβένια μάζα, ένα σιωπηλό «τραυματισμένο» πλήθος χωρίς καμία πολιτική προσμονή. Αυτό το κενό προσδοκίας, μαζί με το κενό νοήματος, το κενό αποτελέσματος, μοιάζει να κατέλαβε καταιγιστικά η ορμή για διαδήλωση υπέρ της ελληνικότητας της Μακεδονίας.

Και αναζωπυρώνονται τα εθνικολαϊκιστικά ιδεολογήματα, οι μεγαλοϊδεατισμοί, ο αυτοσυντηρούμενος φόβος, τα σιδηροπαγή στερεότυπα της απομόνωσης ανάμεσα σε ποικιλώνυμους εχθρούς, οι αυταπάτες. Το «ρεύμα» ωθεί ενάντια σε μια λύση στο πρόβλημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ, κυβερνητικά στελέχη της οποίας ρίχνουν λάδι στη φωτιά (ο Ντιμιτρόφ έθεσε ξεκάθαρα θέμα μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας, ο Ζάεφ μίλησε για «Μακεδόνες» και «Ελληνες») ενισχύοντας τον λαϊκό θυμό, την επιλογή της ήττας από μια λύση που δεν μας δικαιώνει απόλυτα –ας χάσουμε, φτάνει να μη μας κατηγορήσει κανείς για προδοσία–, την εθελοτυφλία μπροστά στο γεγονός ότι περισσότερες από 130 χώρες χρησιμοποιούν το όνομα Μακεδονία όταν αναφέρονται στο γειτονικό κράτος. Η ίδια η Ελλάδα αναφέρεται στα Σκόπια ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ο λαός, ετερόκλητος, «διαβασμένος» και «αδιάβαστος», πορεύεται στην κεφαλή, πίσω του ακολουθούν κόμματα, πολιτικοί, προσωπικότητες, σύσσωμη η Εκκλησία. Θα βαρύνει το θυμικό στη διαχείριση του ζητήματος; Το ερώτημα θα απαντηθεί άμεσα και ενδέχεται να αλλάξουν τάσεις, συσχετισμοί, συμμαχίες.

Εχουν μεσολαβήσει 26 χρόνια από εκείνα τα συλλαλητήρια που νομίζαμε ότι αποτελούν παρελθόν. Αρχικά στη Θεσσαλονίκη (14 Φεβρουαρίου 1992), με πρωτεργάτες τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ και τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνο Κοσμόπουλο, όταν, όπως έγραφε η εφημερίδα «Μακεδονία», ήταν στο πόδι όλη η πόλη και οι 13 πρωτεύουσες των μακεδονικών νομών, ενώ σε «πολλές ακριτικές περιοχές είχε τελεστεί ακόμη και ολονύκτια αγρυπνία», και στη συνέχεια, στις 10 Δεκεμβρίου 1992, στο Πεδίον του Αρεως στην Αθήνα. Θα περίμενε κανείς να έχουν αλλάξει πολλά. Υπάρχει μια γνώση του χθες, μια συγκριτική τάξη από γεγονότα, αποφάσεις, τα διδάγματα πολλών ανώμαλων οπισθοδρομήσεων στον διχασμό, η οδυνηρή πορεία της κρίσης, οι συνέπειες από την άρνηση των οπαδών του βολέματος και της πόλωσης για αλλαγή νοοτροπίας.

Εχουν περάσει 18 χρόνια από τα συλλαλητήρια για τις ταυτότητες (σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα τον Ιούνιο του 2000)· στο πρώτο, ο μακαριστός Χριστόδουλος διαβεβαίωνε ότι «την Εκκλησία όποιο χέρι θέλησε να την αγγίξει, ξεράθηκε» ενώ στο δεύτερο προέτρεπε: «Αφήστε τους νόμους να κοιμούνται» – ανά χείρας το αντίγραφο του λαβάρου της Επανάστασης του 1821.

Σήμερα ξανά. Ο λαός μπροστά και από πίσω κόμματα, πολιτικοί, προσωπικότητες, σύσσωμη η Εκκλησία. Η αγανάκτηση που κινητοποιεί τον λαϊκισμό, ανέφερε πρόσφατα καθηγητής του Χάρβαρντ, δεν οφείλεται μόνο στον φόβο για τον ξένο (εν προκειμένω, τους «επεκτατικούς βόρειους γείτονες») αλλά και στη σταδιακή διολίσθηση μεγάλου μέρους της μεσαίας τάξης σε χειρότερη κοινωνική κατάσταση, σε μια νέα κατώτερη ταυτότητα, στην αποδοχή μιας πραγματικότητας που αποσυντίθεται σε συντεταγμένες τραγωδίας... Σε «νησίδες» μισαλλοδοξίας, ιδεολογικής αδιαλλαξίας. Ο φανατισμός μολύνει και τους επίδοξους τυράννους και τους αυτόκλητους «μάρτυρες».

Η ανάγκη για «φλόγα» θριαμβεύει εις βάρος λογικών συνειρμών και αυτοκυριαρχίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ