ΠΟΛΙΤΙΚΗ

To έλλειμμα δεξιοτήτων και η ανεργία

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δήλωσε πρόσφατα (Reuters) ότι η κυβέρνηση στοχεύει να παρουσιάσει το δικό της μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό σχέδιο. Καθώς το προετοιμάζει, καλό θα ήταν να εντρυφήσει στην έκθεση που δημοσίευσε προ ημερών ο ΣΕΒ για το μεγάλο έλλειμμα δεξιοτήτων από το οποίο πάσχει η ελληνική οικονομία. Στη σχετική ημερίδα που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος την 1η Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος του ΣΕΒ Θεόδωρος Φέσσας τόνισε ότι «χρειάζεται μεγάλη κινητοποίηση», του επιχειρηματικού κόσμου και περαιτέρω, ώστε να σχεδιαστεί μια «ολοκληρωμένη πολιτική απασχόλησης» για την εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης.

Δυστυχώς, απέχουμε πολύ από μια τέτοια στρατηγική σήμερα, και έχουμε πολύ χαμένο έδαφος να καλύψουμε. Οπως σημειώνεται στην έκθεση του ΣΕΒ, «σε συνθήκες εύθραυστης ανάκαμψης του ΑΕΠ και της απασχόλησης, η οικονομία βιώνει το παράδοξο φαινόμενο της υψηλής ανεργίας (~20%), με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανέργους ακόμα, ενώ την ίδια στιγμή πολλές επιχειρήσεις δεν μπορούν να καλύψουν θέσεις εργασίας όχι μόνον υψηλών αλλά και μεσαίων τεχνικών προσόντων λόγω έλλειψης των κατάλληλων υποψηφίων με γνώσεις, εμπειρία και δεξιότητες».

Η έκθεση παραθέτει μία σειρά από δυσοίωνα δεδομένα. Σύμφωνα με τη Eurostat, για παράδειγμα, στα χρόνια της κρίσης (2010-2016), το ποσοστό των επαγγελμάτων υψηλών δεξιοτήτων επί του συνόλου της απασχόλησης μειώθηκε στην Ελλάδα από 35% σε 31%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αυξήθηκε από 40% σε 41%. Ο δείκτης ευρωπαϊκών δεξιοτήτων (European Skills Index) του CEDEFOR (του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης) τοποθετεί την Ελλάδα στην τελευταία θέση τόσο στην ανάπτυξη όσο και στην ενεργοποίηση των δεξιοτήτων (την αξιοποίησή τους δηλαδή από την αγορά εργασίας). Στις μετρήσεις ικανοτήτων του ΟΟΣΑ (PIAAC –Programme for the International Assessment of Adult Competencies– για τους ενήλικες, PISA για τους μαθητές), οι ελληνικές επιδόσεις υπολείπονται του μέσου όρου.

Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι τα πράγματα δεν μοιάζουν να βελτιώνονται με τον χρόνο: οι νεότερες γενιές φαίνεται να μην υπερτερούν σε επιδόσεις έναντι των παλαιότερων. Οι νέοι εκτός εκπαίδευσης, κατάρτισης και απασχόλησης (NEETs), σημειώνεται στην έκθεση, «αποτελούν την πιο ευάλωτη πληθυσμιακή ομάδα, καθώς διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης». Τα ποσοστά των NEETs στη χώρα μας, ιδιαίτερα μεταξύ 25-29 ετών, «διαμορφώνονται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, ακόμα και για τους αποφοίτους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης», αναφέρουν οι ειδικοί του ΣΕΒ.

Παράλληλα, η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα αυξάνει το επίπεδο των δεξιοτήτων πολύ λιγότερο συγκριτικά με τον μ.ό. του ΟΟΣΑ, ενώ τα άτομα με εξειδίκευση δεν έχουν προνομιακή πρόσβαση στην απασχόληση έναντι ατόμων χωρίς εξειδίκευση. Τα δεδομένα αυτά παραπέμπουν στα διαχρονικά προβλήματα της έλλειψης διασύνδεσης του πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας, αλλά και του περιορισμένου ρόλου που παίζουν τα ουσιαστικά προσόντα στις επιλογές των εργοδοτών στην Ελλάδα. Το πρόβλημα αυτό θα επιδεινωθεί περαιτέρω, καθώς εισερχόμαστε στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, που θα επιφέρει ραγδαίες ανατροπές στην εργασία.

Η γαλλική συνταγή

Μεταξύ των κεντρικών ομιλητών στην ημερίδα του ΣΕΒ ήταν ο Μοράντ Μπεν Μεζιάν, επικεφαλής θεμάτων επαγγελματικής κατάρτισης και αγοράς εργασίας στη France Stratégie, τη δεξαμενή σκέψης που υπάγεται στο πρωθυπουργικό γραφείο της Γαλλίας. Με τον Εμανουέλ Μακρόν να έχει θέσει την αναβάθμιση των δεξιοτήτων στο επίκεντρο της στρατηγικής του για την αναζωογόνηση της γαλλικής οικονομίας, ο κ. Μπεν Μεζιάν αναλύει στην «Κ» βασικές πτυχές του εγχειρήματος και τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει.

Η λογική αυτή της αναβάθμισης και της ανανέωσης, σημειώνει, κρύβεται πίσω από πολιτικές όπως η απελευθέρωση των απολύσεων. «Το σκεπτικό είναι να δοθεί η ευκαιρία στους εργοδότες να τολμήσουν να κάνουν προσλήψεις, ειδικά σε ταχέως εξελισσόμενους κλάδους, χωρίς να φοβούνται ότι σε περίπτωση αρνητικών εξελίξεων το κόστος συρρίκνωσης της επιχείρησης θα είναι απαγορευτικό». Οπως παραδέχεται, η νομοθετική αλλαγή είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για να υιοθετήσουν οι γαλλικές επιχειρήσεις νέες στρατηγικές: «Η κουλτούρα αλλάζει δύσκολα, θέλει χρόνο». Παράλληλα, «γίνεται προσπάθεια να δοθεί περισσότερος λόγος στις επιχειρήσεις στη διαμόρφωση του περιεχομένου των προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης», όπως εξηγεί, σημειώνοντας ότι η σχετική νομοθεσία δεν έχει ψηφιστεί ακόμα. «Δεν υπάρχουν πολλοί που να διαφωνούν επ’ αυτού. Το δύσκολο σημείο αφορά την ικανότητα των επιχειρήσεων να διατυπώσουν με ακρίβεια τις δεξιότητες τις οποίες έχουν ανάγκη, και άρα το πώς πρέπει να αλλάξουν τα προγράμματα κατάρτισης». 

Προβληματική κατάρτιση

Η αδυναμία αυτή των επιχειρήσεων, σημειώνει ο Γάλλος ειδικός, είναι ένας από τους λόγους που μένουν πολλές θέσεις εργασίας κενές, παρά τη σχετικά υψηλή ανεργία (9,5%, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 7,9%). «Kαταλήγουν να ζητούν ένα πολύ ευρύ φάσμα δεξιοτήτων, με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν υποψηφίους».

Προβληματική παραμένει, επίσης, η κατάρτιση που παρέχουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις στους εργαζομένους τους. Παρότι, όπως φανερώνει, δαπανώνται γι’ αυτό τον σκοπό 32 δισ. ευρώ τον χρόνο (το 45% των οποίων είναι κεφάλαια των ίδιων των εταιρειών), στα προγράμματα συμμετέχουν κυρίως ανώτερα και ανώτατα στελέχη – «οι εργαζόμενοι δηλαδή που τα έχουν λιγότερο ανάγκη».

Σε σχέση με τη στρατηγική της Γαλλίας για την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, αναφέρει ότι υπήρχε ένα εθνικό σχέδιο, αλλά –σε αντίθεση με τη Γερμανία– είναι λίγοι οι κλάδοι που είναι επαρκώς ομοιογενείς και εξωστρεφείς ώστε να μπορούν να το εφαρμόσουν αποτελεσματικά. 

Ψηφιακά ανέτοιμοι

Μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης του ΣΕΒ, «η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό θέσεων εργασίας με υψηλό κίνδυνο από τον αυτοματισμό και είναι ανάμεσα στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά με σημαντικό κίνδυνο αλλαγής. Συνολικά και στις δύο κατηγορίες, περίπου το 40% των θέσεων εργασίας βρίσκεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε κίνδυνο».

Στο πιο κρίσιμο μέτωπο για την προσαρμογή στη νέα εποχή, τις ψηφιακές δεξιότητες, τα νέα παραμένουν πολύ άσχημα. Σύμφωνα με τη μελέτη της Accenture (βλ. γράφημα), η ελληνική οικονομία είναι τελευταία μεταξύ 21 χωρών στον Δείκτη Ψηφιακών Οικονομικών Ευκαιριών (DEOI), που μετρά την ψηφιακή ωριμότητα της οικονομίας. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ