ΕΛΛΑΔΑ

«Είδα στις ειδήσεις τη φίλη μου νεκρή»

ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

Η 37χρονη εκπαιδευτικός και μητέρα είχε σπουδάσει σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της Τουρκίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ηταν δάσκαλοι, όχι πολιτικοί». Αυτό επαναλαμβάνει συνεχώς, με θυμό, προσπαθώντας να αποδεχθεί την απώλεια των μελών της οικογένειας Abdurrezzak μια αγαπημένη τους φίλη, που έχει διαφύγει τους τελευταίους μήνες στην Αθήνα. Η είδηση του τραγικού θανάτου της 37χρονης καθηγήτριας Αϊσέ, που ξεβράστηκε νεκρή μαζί με τους δύο γιους της έξω από την Αδριανούπολη, έπνιξε στη σιωπή και τη θλίψη το αθηναϊκό διαμέρισμα. «Δεν άντεξα να δω τα νεκρά σώματα των παιδιών», ομολογεί η νεαρή γυναίκα, «έφτασα και εγώ στην Ελλάδα από τον ίδιο δρόμο, μέσω του ποταμού Εβρου, μαζί με τους δύο γιους μου». Οι δύο γυναίκες, άλλωστε, είχαν γνωριστεί μέσω των συνομήλικων παιδιών τους, συμπτωματικά δύο από τα αγόρια έφεραν το ίδιο όνομα.

«Ηταν μια έξυπνη και επιτυχημένη γυναίκα», λέει στην «Κ», «είχε σπουδάσει στο Marmara University, που είναι τοις πάσι γνωστό ότι προορίζεται για τα καλύτερα μυαλά της Τουρκίας». Η Αϊσέ δίδασκε Τουρκικά στο ίδιο λύκειο όπου ο 39χρονος σύζυγός της, Ουγκούρ, ο οποίος επέβαινε στην ίδια φουσκωτή βάρκα αλλά ακόμα αγνοείται, δίδασκε Αγγλικά. «Ηταν μια πραγματικά πολύ καλή εκπαιδευτικός, αφιέρωνε χρόνο στους μαθητές της και εκτός σχολείου, τους συνόδευε σε θεατρικές παραστάσεις, διοργάνωνε εκδρομές και πικνίκ», εξιστορεί η φίλη της, «ήταν πεπεισμένη ότι μόνο μέσω της Παιδείας μπορούμε να καταπολεμήσουμε την άγνοια, η οποία ευθύνεται για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας». Οι δύο οικογένειες συναντιούνταν συχνά και περνούσαν χρόνο μαζί. «Θα τους θυμάμαι πάντα ως πραγματικά πολύ καλούς ανθρώπους».

Το ζευγάρι ζούσε αρχικά στο Pendik, ένα νεόδμητο προάστιο στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, και εν συνεχεία μετακόμισε στην πόλη Izmit στην επαρχία Kocaeli, όχι πολύ μακριά από την Κωνσταντινούπολη. «Είχαν μεγαλώσει και οι δύο στην επαρχία, προέρχονταν από ταπεινές οικογένειες, ο πατέρας της Αϊσέ ήταν συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος», διηγείται η φίλη τους. «Δεν γνωρίζω ακριβώς ποια κατηγορία αποδόθηκε στον Ουγκούρ, γιατί την εποχή εκείνη ήμουν και εγώ στη φυλακή», διευκρινίζει με πικρία η νεαρή μητέρα, «ήμουν δημόσια υπάλληλος για έξι χρόνια και φυλακίστηκα ακριβώς μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, για δέκα συνεχείς μήνες». Παρόμοια ήταν και η μοίρα του συζύγου της και βέβαια του Ουγκούρ, που αποφυλακίστηκε στις 11 Ιανουαρίου 2018. «Ο Ουγκούρ και η Αϊσέ, όπως άλλωστε και εμείς, δεν ήμασταν πολιτικοποιημένοι», απαντά με σθένος η γυναίκα, «εκείνοι πιθανώς θεωρήθηκαν ύποπτοι από το καθεστώς επειδή εργάζονταν σε ιδιωτικά σχολεία που συνδέονταν με το κίνημα Γκιουλέν».

Επειτα από την απόπειρα πραξικοπήματος και τις μαζικές φυλακίσεις, οι παρέες σκόρπισαν και τα ίχνη των φίλων χάθηκαν. «Δεν γνωρίζω τι σχέδια είχαν, αντιλαμβάνομαι ότι ήθελαν να σωθούν όπως και εμείς», λέει με ειλικρίνεια η γυναίκα, που περνάει μάλλον την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής της. «Ο άνδρας μου ζει σε άλλη χώρα της Ε.Ε., είμαι μόνη με τα δύο παιδιά εδώ», εξομολογείται, «ο μεγάλος θέλει διακαώς να πάει σχολείο, αλλά είναι αδύνατον».

«Κανείς δεν μας πιστεύει»

Συνολικά, «έχουμε φύγει από την Τουρκία 600 οικογένειες, που ισοδυναμούμε με περίπου 2.000 άτομα», εξηγεί σε σπαστά αγγλικά η Τουρκάλα πολιτική πρόσφυγας, που για λόγους ασφαλείας θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία της. «Οι περισσότεροι είμαστε ακόμα στην Ελλάδα». Οι πρόσφυγες που έχουν εγκλωβιστεί στην Ελλάδα τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά η εν λόγω τουρκική «κοινότητα» αναγκάζεται να ζει στη σιωπή και στο περιθώριο, βιώνει μια ατέρμονη αναμονή και αμφιβολία για το τι μέλλει γενέσθαι. «Στην Τουρκία κανείς δεν μας ακούει, κανείς δεν μας πιστεύει, μας έχουν γυρίσει την πλάτη», καταλήγει η νεαρή γυναίκα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ