Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Τι ντύθηκες φέτος;

ΕΛΙΣ ΚΙΣ

Δεν έχω κάποια ιδιαίτερη αδυναμία στις Απόκριες και στις ευκαιρίες που δίνουν για «μεταμορφώσεις». Δεν είμαι σίγουρη γιατί δεν με εξιτάρει η ιδέα τού να αλλάζω την εξωτερική μου εμφάνιση για κάποιες ώρες. Ίσως επειδή δεν χρειάζομαι ειδικές μέρες για να ντυθώ όπως μου κάνει κέφι. Θυμάμαι ένα απόγευμα Σεπτεμβρίου πριν από κάποια χρόνια, όταν, περπατώντας προς την εκκλησία σε έναν γάμο σε νησί του Αργοσαρωνικού, ένας ντόπιος ρώτησε αστειευόμενος τον διπλανό του καθώς περνούσα από μπροστά τους ντυμένη με τα αγαπημένα μου γιαπωνέζικα πλισέ και ένα μικρό καπέλο-στέκα: «Ρε συ, πότε πέφτουν οι Απόκριες φέτος;». Το βρήκα αρκετά διασκεδαστικό. 

Εκείνο που με διασκεδάζει λιγότερο είναι οι προσκλήσεις που υπογραμμίζουν ότι το πάρτι είναι θεματικό και ότι οποιαδήποτε απόκλιση χαρακτηρίζεται ξενέρωτη στάση. Όπως η βραδιά με θέμα την «Ντίσνεϊ» πριν από αρκετά χρόνια στο Παρίσι. Κατέφυγα σε θεατρικό βεστιάριο της πόλης, όπου βρήκα ένα φόρεμα με κορσέ και κρινολίνο, ευκαιρία, ομολογώ, για να νιώσω σωματικά τουλάχιστον σαν γυναίκα του 18ου αιώνα. Δεν λέω, υπήρξαν αρκετά θετικά επιφωνήματα στην υποδοχή, κυρίως γιατί πράγματι ήταν ένα άψογο, «πραγματικό» ρούχο. Στη συνέχεια, όμως, η δυσκολία να φτάσω σε επιθυμητή απόσταση από τον μπουφέ αποδείχτηκε τεράστια λόγω του κρινολίνου, ενώ όσο περνούσε η ώρα ο κορσές υπενθύμιζε το γνωστό ρητό που συσχετίζει τα κάλλη με τον πόνο - και τον φόβο, θα έλεγα, της επόμενης αναπνοής.

Μικρή ντυνόμουν τσιγγάνα, κυρίως λόγω της παντοτινής μου λατρείας στα ζωηρά αξεσουάρ, ενώ μια χρονιά βρέθηκα ντυμένη εφημεριδοπώλης με τραγιάσκα και μια στοίβα εφημερίδες στην αγκαλιά - ιδιοφυής στιγμή της δημιουργικής μαμάς μου, που ενδέχεται με αυτόν τον τρόπο να μου ενέπνευσε το πάθος μου για τη μετέπειτα επαγγελματική μου πορεία. Δεν θυμάμαι κάποια τραυματική εμπειρία από τις μασκέ μέρες της παιδικής μου ηλικίας. Ίσως η πιο δύσκολη στιγμή ήταν σε μεγάλη τάξη του δημοτικού, σε εποχές που δεν υπήρχε ακόμη η ηλεκτρονική αλληλογραφία, όταν, τη μέρα που έπρεπε να πάμε σχολείο «ντυμένοι», εγώ δεν είχα ειδοποιηθεί καθώς έλειπα την προηγουμένη. Το λατρεμένο μοντεσσοριανό σχολείο μου όμως είχε προνοήσει. Μου δόθηκε αμέσως μια μακριά άσπρη περούκα, χωρίς περαιτέρω στενοχώρια.

Μου είναι αδύνατο επίσης να ξεχάσω μια Πρωτοχρονιά που δεν χρειαζόταν να «ντυθούμε», αλλά κάποιοι ελάχιστοι το υποθέσαμε, καθώς η πρόσκληση έγραφε «Λας Βέγκας Καζίνο». Φτάνοντας στη μεγάλη φιέστα, ήρθα αμέσως αντιμέτωπη με τις λοιπές καλεσμένες της πιο γκλάμουρ βραδιάς της χρονιάς. Πολλές φορούσαν σοφιστικέ μικρό μαύρο φόρεμα, το γνωστό petite robe noire, ενώ εγώ «έλαμπα» κυριολεκτικά μέσα στο δικό μου κολλητό χρυσό λαμέ - το κόνσεπτ του ντυσίματός μου, κάτι σε «Τεξανή χήρα», περιλάμβανε και ένα μαύρο πέπλο. Αναζήτησα αμέσως καταφύγιο στο μπαρ, μέχρι να επέλθει κάποια «χημική ισορροπία» και τελικά να τα πάω αρκετά καλά στο ειδικά στημένο για τη βραδιά τραπέζι του μπλακ-τζακ.

Αν υπήρξε ένα βράδυ που αισθάνθηκα «σε αρμονία» με τη σεζόν των μεταμορφώσεων, αυτό ήταν σίγουρα εκείνο που ντύθηκα Νάνα Μούσχουρη, με περηφάνια, χωρίστρα στη μέση, μαύρο πουκάμισο με παγέτες και, φυσικά, τετράγωνα μαύρα γυαλιά. Επρόκειτο για άλλο ένα πάρτι στην «πρωτεύουσα» των μασκέ, όπως ήμουν πεπεισμένη, στο Παρίσι. Οι Γάλλοι φίλοι δεν δυσκολεύτηκαν να μαντέψουν τι είχα ντυθεί, ενώ βρέθηκε και ένα άλμπουμ με γνωστές επιτυχίες της Nana. Έμεινα ικανοποιημένη από την προσπάθειά μου εκείνο το βράδυ, αλλά δεν άλλαξα γνώμη για τις Απόκριες. Ανακάλυψα όμως τη χαρά του καραόκε. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ