ΕΛΛΑΔΑ

Μ. Κατσίγερας: Με τζεντλεμενλίκ μεσογειακού τύπου ακόμη και στα ζόρια

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τώρα πια έχει χαθεί, δεν την ακούς ποτέ αυτή τη λέξη, ίσως διότι μαζί της έχουν χαθεί και οι άνδρες που χαρακτήριζε την προσωπικότητά τους. Πρόκειται για μια παλιά έκφραση που την ήξεραν συνήθως Ελληνες με ρίζες από τη Μικρασία ή την Πόλη: το τζεντλεμενλίκ. Πώς, δηλαδή, να είσαι κύριος. Οχι μόνον ως προς τις γυναίκες, αλλά σε κάθε ήρεμη ή ζόρικη στιγμή της καθημερινότητας. Να είσαι αξιοπρεπής, ευγενής, να βλέπεις το ωραίο, να φέρεσαι ωραία. Ο Μιχάλης Κατσίγερας, ο αγαπημένος μας Μιχάλης, είχε τζεντλεμενλίκ. Ηταν ένας Μεσόγειος τζέντλεμαν, με τη θέρμη και την ανθρωπιά που έχουν τα μέρη μας και όχι την ψυχρή ετικέτα καλής συμπεριφοράς της Βρετανίας. Και ως τέτοιον θα τον θρηνήσουμε εμείς που τον συναναστραφήκαμε, ως τέτοιον θα τον θυμόμαστε.

Δεν ήταν η καταγωγή του που τον έκανε αριστοκράτη, αλλά οι τρόποι του. Πάντοτε πεντακάθαρος, φρεσκοξυρισμένος και μοσχομυριστός, με μια χρυσή αλυσιδίτσα που έδενε τα κλειδιά του να ξεχωρίζει στο καλοσιδερωμένο παντελόνι του. Το καλοκαίρι φορούσε συχνά το αγαπημένο λεμονί πουκάμισο και ένα ψάθινο παλιακό καπέλο, που τόνιζε το σπιρτόζικο βλέμμα πίσω από τα γυαλιά του. Καλημέριζε τους πάντες και ύστερα χωνόταν στο γραφείο του, παρέα με τον Αγγελο Στάγκο, με τον οποίον αποτελούσαν ένα τρομερό αλληλοσυμπληρωματικό δίδυμο στο μπόι –ο ένας μικρός το δέμας, ο άλλος ψηλός– αλλά κυρίως στο χιούμορ.

Βαθύτατα ερωτευμένος με τη σύζυγό του, Νάνσυ, ο Μιχάλης υπεραγαπούσε τις δύο του κόρες, που μεγάλωναν, προόδευαν και προχωρούσαν στη ζωή. Είχε σεβασμό και θαυμασμό για τις γυναίκες εν γένει. Ολες μας. Στο γραφείο μάς καμάρωνε, μας πρόσεχε, μας παίνευε για το νέο χτένισμα, το ρούχο, το στυλ, το χαμόγελο. Το τζεντλεμενλίκ του είχε κάτι ευεργετικό για κάθε μία από εμάς. Ηταν ο ιδανικός άνθρωπος να τονίζει τη γυναικεία αυτοπεποίθηση, κάτι που είχε η γενιά των πατεράδων και των παππούδων μας. Τα κομπλιμέντα του ήταν το βάλσαμο σε μια δύσκολη ημέρα.

«Θυμάμαι, βρε παιδιά...»

Υστερα, ήταν η σοφία και η στωικότητά του, παλαιάς κοπής και αυτές. Οχι πως δεν νευρίαζε ποτέ. Συχνά γινόταν κατακόκκινος, σαν να του είχε όντως ανεβεί όλο το αίμα στο κεφάλι. Ηρεμούσε όμως γρήγορα γιατί είχε εφεδρεία –ακόμα και για τον εαυτό του– περιστατικά από την Ιστορία. Την ιστορία με Ι κεφαλαίο, τη μικροϊστορία της χώρας, ακόμα και της εφημερίδας. Εκεί που ήταν θυμωμένος, έλεγε: «Θυμάμαι, βρε παιδιά...».  Και κάπως έτσι η ένταση χανόταν μέσα στη διαχρονία των περιστατικών που μπορούσαν να αρχίσουν στον Μεσαίωνα και να καταλήξουν στη δικτατορία του Μεταξά, με ενδιάμεση στάση κάτι που είχε πει ο Αντώνης Καρκαγιάννης.

Ο Μιχάλης ήταν τυχερός γιατί του ταίριαξε η «Καθημερινή». Αυτά που πρέσβευε ως χαρακτήρας, το τζεντλεμενλίκ του, κούμπωσαν με το ήρεμο, ευπρεπές και fairplay κλίμα της εφημερίδας. Ομως η «Καθημερινή» και εμείς, οι συνάδελφοί του, ήμασταν ακόμα πιο τυχεροί. Γιατί με την πολυετή του παρουσία, τις γνώσεις, το μάτι του, έδινε την υπεραξία στην έκδοση. Ο Μιχάλης πέρασε την εφημερίδα στην Ιστορία. Και πέρασε και αυτός στην Ιστορία. Του οφείλουμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ