ΜΟΥΣΙΚΗ

Μουσική ανάμνηση της ουτοπίας του μοντερνισμού

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Σκηνή από το μπαλέτο «Η δημιουργία του κόσμου» του Νταριούς Μιγιό (φωτ.: Χ. Ακριβιάδης).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Εξυπνη κίνηση εκ μέρους της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών υπήρξαν οι δύο βραδιές που οργάνωσε στις 3 και 4 Φεβρουαρίου στην αίθουσα «Τριάντη», σε συμπαραγωγή με το ίδρυμα Fluxum της Ελβετίας, το Flux Laboratory και τον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

Υπό την αιγίδα της πρεσβείας της Ελβετίας στην Ελλάδα, στο πλαίσιο μιας βραδιάς με μουσική για μπαλέτο, παρουσιάστηκε μεταξύ άλλων χορογραφημένη η «Δημιουργία του κόσμου» του Νταριούς Μιγιό σε ανάπλαση της αρχικής χορογραφίας του Ζακ Μπορλίν από τη Μίλισεντ Χόντσον και με σκηνικά και κοστούμια του Κένεθ Αρτσερ βασισμένα στα πρωτότυπα σχέδια του Γάλλου κυβιστή ζωγράφου και γλύπτη Φερνάν Λεζέ. Στη συνέχεια, δόθηκε με ανάλογο τρόπο ένα πολύ σύντομο απόσπασμα από το μπαλέτο «Ο άνθρωπος και η επιθυμία του».

Διάσημες παρτιτούρες

«Η δημιουργία του κόσμου» πρωτοπαρουσιάστηκε το 1923 από τα «Σουηδικά μπαλέτα» του Ρολφ ντε Μαρέ, που είχαν την έδρα τους το Παρίσι. Δεν είχε σπουδαία τύχη, όπως άλλωστε και τα περισσότερα ανάλογα σύντομα μπαλέτα που παρουσιάστηκαν στο Παρίσι κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Πλάι στα διάσημα

«Ρωσικά μπαλέτα» του Σεργκέι Ντιαγκίλεφ, με έδρα επίσης το Παρίσι, τα «Σουηδικά» συνέβαλαν με επιθετικό τρόπο στην ανάδειξη του μοντερνισμού στις τέχνες, καθώς οι προτάσεις τους συνδύαζαν τη δουλειά ορισμένων από τους πλέον εμπνευσμένους καλλιτέχνες της εποχής.
Στόχος ήταν να δημιουργηθεί μια ισχυρή αντιπρόταση στις δημιουργίες της υστερορομαντικής περιόδου, ικανή να γυρίσει σελίδα και να αποτυπώσει τις ανησυχίες και την αισθητική της εποχής που ανέτελλε λίγο πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, της κατά Χόμπσμπαουμ «εποχής των άκρων». Ως προς αυτό, «Η δημιουργία του κόσμου», όπως και οι πολύ διασημότερες χορογραφίες του Νιζίνσκι, απέτυχε. Αποτέλεσε «σκάνδαλο», συζητήθηκε, αλλά η χορογραφία δεν διασώθηκε, συνεπώς δεν μπόρεσε να έχει συνέχεια ή να δημιουργήσει σχολή. Τα υπέροχα αλλά ακατάλληλα για τον χορό κοστούμια του Λεζέ, εμπνευσμένα από την τέχνη της Αφρικής και της Ωκεανίας, κατέληξαν σε διάφορα μουσεία του κόσμου.

Αυτό που απέμεινε στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν η μουσική των έργων αυτών, παρτιτούρες ως ανάμνηση ενός εγχειρήματος και του «κλίματος» που δημιούργησαν. Ορισμένες από αυτές, όπως η περίφημη «Ιεροτελεστία της άνοιξης» του Στραβίνσκι για το επίσης χαμένο μπαλέτο σε χορογραφία του Νιζίνσκι, «σταδιοδρομούν» αυτόνομα στις αίθουσες συναυλιών χάρη στη μουσική τους αξία. Στις 3 Φεβρουαρίου, η Κρατική επέλεξε μερικές, που παρά τη φήμη τους ακούγονται λιγότερο, και τις παρουσίασε σε ενδιαφέρον πρόγραμμα με κατάληξη το «αποκατεστημένο» μπαλέτο του Μιγιό.

Ντε Φάγια και Μιγιό

Το πρώτο μέρος της βραδιάς περιλάμβανε δύο έργα του Μανουέλ ντε Φάγια. Αρχικά, ακούστηκαν το Ιντερλούδιο και ο «Ισπανικός χορός» από την όπερα «Η σύντομη ζωή», την οποία είχε περιλάβει ο Στέφανος Λαζαρίδης στον προγραμματισμό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σε ρηξικέλευθη σκηνοθεσία του Κρίστοφερ Ολντεν (2006). Ακολούθησαν οι δύο σουίτες από το μπαλέτο «Το τρίκοχο καπέλο», έργο που γράφτηκε ύστερα από παραγγελία του Ντιάγκιλεφ για τα «Ρωσικά μπαλέτα» του.

Πρωτοπαρουσιάστηκε στο Λονδίνο το 1919 σε χορογραφία του Λεοντίν Μασίν με σκηνικά και κοστούμια του Πάμπλο Πικάσο και σε μουσική διεύθυνση του Ερνέστ Ανσερμέ. Ο Ντε Φάγια έχει εμπνευστεί από την παραδοσιακή μουσική της Ανδαλουσίας και είναι ακριβώς αυτό το «άρωμα» Ιβηρικής που χαρίζει στην παρτιτούρα τη γοητεία της. Η Κρατική Ορχήστρα υπό τον καλλιτεχνικό της διευθυντή Στέφανο Τσιαλή απέδωσε με επιτυχία τους λικνιστικούς ρυθμούς και οι μουσικοί των πνευστών που ανέλαβαν σολιστικούς ρόλους ανταποκρίθηκαν στην απόδοση του ζητούμενου «χρώματος».

Στη συνέχεια, στο δεύτερο μέρος, η ορχήστρα με μειωμένη σύνθεση, όπως προβλέπει η παρτιτούρα του Μιγιό, κατέβηκε στην τάφρο, αφήνοντας τη σκηνή στους απόφοιτους χορευτές της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, τη χορογραφία της Χόντσον και τα πολύχρωμα κοστούμια του Λεζέ, ξαναφτιαγμένα με υλικά πιο εύπλαστα και ελαφρά, ώστε να διευκολύνεται η κίνηση των χορευτών.

Η μουσική του Μιγιό είναι χαρακτηριστική της «Ομάδας των έξι» και της συνειδητής πρόθεσής της να τοποθετηθεί απέναντι στην αισθητική του Βάγκνερ αλλά και σε αυτό που προσδιοριζόταν ως «ιμπρεσιονιστικό» ύφος των Ντιμπισί και Ραβέλ. Στο επίκεντρο βρίσκεται η τζαζ, μουσική των μαύρων και πολύ σύντομα «ανάθεμα» των ναζί. Ηταν η εποχή που στο Παρίσι βασίλευε η μαύρη τραγουδίστρια της τζαζ Τζοζεφίν Μπέικερ και ο Πικάσο εμπνεόταν από τις αφρικανικές μάσκες. Η αισθητική του μπαλέτου του Μιγιό ήταν μία ακόμα αυτονόητη αντανάκλαση. Ο Τσιαλής και οι μουσικοί ανταποκρίθηκαν θαυμάσια στο νεύρο και τον ρυθμό της μουσικής, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην επιτυχία του πολύχρωμου «εξωτικού» θεάματος.

Η βραδιά έκλεισε με ένα πολύ σύντομο, έντονα ρυθμικό απόσπασμα από το μπαλέτο του Μιγιό «Ο άνθρωπος και επιθυμία του», επίσης γραμμένο για τα «Σουηδικά μπαλέτα». Μία ενδιαφέρουσα συναυλία, με έργα των οποίων η ιστορική αξία αναγνωρίζεται πλήρως σήμερα, έναν αιώνα αργότερα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ