Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Οι παρεμβατικές δυνάμεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε​​ξέπληξε ορισμένους η θερμή υποδοχή που επεφύλαξε στον πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ η καγκελάριος της Γερμανίας Αγκελα Μέρκελ, την Τετάρτη στο Βερολίνο, και ενόχληση προκάλεσε το γεγονός ότι τον προσεφώνησε «Μακεδόνα», δεδομένου ότι η ονομασία της σλαβικής αυτής οντότητος είναι ένα από τα ακανθώδη θέματα στις διαπραγματεύσεις Αθηνών - Σκοπίων.

Δεν είναι ωστόσο απορίας άξια η στάση του Βερολίνου, διότι εάν τα Δυτικά Βαλκάνια παραμένουν εδώ και δεκαετίες η «μαύρη τρύπα» της Χερσονήσου του Αίμου, αυτό προέκυψε από τη βεβιασμένη απόφαση της Γερμανίας να προωθήσει συστηματικά ήδη από το 1991 τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και να την επιβάλει, τελικώς, στους εταίρους της.

Το 2008, πάλι, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, ήταν η καγκελάριος Μέρκελ, και όχι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους, που ασκούσε πίεση στον Ελληνα πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή να συναινέσει στην ένταξη της ΠΓΔΜ στην Ατλαντική Συμμαχία.

Διόλου παράδοξο, λοιπόν, ότι την περασμένη εβδομάδα η καγκελάριος βγήκε από τον λήθαργο των εσωτερικών αναζητήσεών της για τον σχηματισμό μιας κυβερνήσεως συνασπισμού, και υποδέχθηκε τον κ. Ζάεφ, προσβλέποντας στη σταθεροποίηση μιας περιοχής που είχε αποσταθεροποιήσει στο παρελθόν το Βερολίνο.

Αλλά με δεδομένο ότι η Ελλάς έχει ανάγκη ενθαρρύνσεως, καθοδηγήσεως και επικουρικής στηρίξεως για την αντιμετώπιση των πλείστων όσων προβλημάτων της, θα αναγνωρίσουμε εκόντες άκοντες και δυσφορούντες πάντα, τον παρεμβατικό ρόλο της Γερμανίας ως μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Ούτως ή άλλως, εδώ και χρόνια το Βερολίνο διαδραματίζει –ή αυτό τουλάχιστον πιστεύει– ρόλο πρωτεύοντα στη Βαλκανική, όχι με επιτυχία προφανώς. Καθυστερεί η ωρίμανση της «ηγέτιδος» χώρας της Ε.Ε. και υφιστάμεθα τις συνέπειες της μειονεξίας μας.

Στο μέτωπο, ωστόσο, των σχέσεων με την Αγκυρα το θέμα είναι περιπλοκότερο. Οχι απλώς λόγω των αξιώσεων της Τουρκίας στα θέματα του Αιγαίου ή της Κύπρου, που είχαν ως συνέπεια οι διμερείς μας σχέσεις να τελούν σε κατάσταση ελεγχομένης κρίσεως εδώ και χρόνια, με επικίνδυνες ενίοτε εξάρσεις.

Το πρόβλημα που ανακύπτει στην παρούσα φάση είναι εάν οι προβληματικές σχέσεις Ουάσιγκτον και Αγκύρας επιτρέπουν στις Ηνωμένες Πολιτείες να διαδραματίσουν αποτελεσματικό διαμεσολαβητικό ρόλο σε περίπτωση νέας ελληνοτουρκικής κρίσεως. Και αυτό διότι η ρητορική στήριξη της Ε.Ε. προς την Ελλάδα έχει αποκλειστικά συμβολική σημασία, και μόνον η αμερικανική παρέμβαση απέτρεψε μία σύγκρουση στρατιωτική με την Τουρκία, όπως κατ’ επανάληψιν αποδείχθηκε στο παρελθόν.

Ουδείς είναι σε θέση να προβλέψει πώς θα διαμορφωθούν εν τέλει οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ ως αποτέλεσμα της εμπλοκής των δύο αυτών χωρών στη βόρεια Συρία, όπου δραστηριοποιούνται ένοπλες ανταρτικές δυνάμεις Κούρδων –συμμάχων των Αμερικανών– που η Αγκυρα επιχειρεί να εξουδετερώσει στρατιωτικώς, για λόγους ασφαλείας. Αυτή ακριβώς η «νέα ματαβλητή» στις σχέσεις Ελλάδος και Τουρκίας θα έπρεπε να καταστήσει ιδιαίτερα προσεκτική, όχι μόνον την Αθήνα, αλλά και τη Λευκωσία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ