ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Χωρίς ομάδα την Κυριακή

ΕΛΙΣ ΚΙΣ

Κάποια στιγμή μεγαλώνοντας ήμουν πεπεισμένη ότι ο πατέρας μου ήταν ποδοσφαιριστής. Ο λόγος ήταν ότι έλειπε συνήθως τις Κυριακές και στο δικό μου μυαλό οι μόνοι που δούλευαν εκείνη τη γενικά «ήσυχη» μέρα ήταν όσοι ασχολούνταν επαγγελματικά με το πιο αγαπημένο άθλημα της υφηλίου. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ο λόγος της απουσίας του είχε να κάνει με τις εφημερίες στο νοσοκομείο στο οποίο εργαζόταν ως γιατρός. Δεν μπορώ να πω ότι απογοητεύτηκα. Θα έπρεπε βέβαια να το είχα καταλάβει ότι δεν είχε κάποιο μυθικό ή έστω κανονικό συμβόλαιο για «φανέλα» με αριθμό, καθώς δεν εξέφραζε ποτέ ενθουσιασμό ή έστω ένα ενδιαφέρον για κάποια συγκεκριμένη ομάδα, σε αντίθεση με τη φίλαθλη μητέρα μου, που ανήκει, εξ ολοκλήρου, στην ΑΕΚ.

Στο ουσιώδες, λοιπόν, θέμα του ποδοσφαίρου έμοιασα στον πατέρα μου. Χωρίς ομάδα την Κυριακή. Χωρίς τα απαραίτητα γλωσσικά «εργαλεία» και πληροφορίες για τις «φάσεις» που αποτελούσαν βάση για τις συζητήσεις των οπαδών τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας, μέχρι την επόμενη μεγάλη μέρα ενός ντέρμπι για κάποιο κύπελλο.

Αναρωτιέμαι αν η έλλειψη κάποιας στοιχειώδους ποδοσφαιρικής «ταυτότητας» διαμόρφωσε εν τέλει τη σχέση μου με την τελευταία ημέρα της εβδομάδας. Το σίγουρο είναι ότι, αν ένα επεισόδιο της αμερικανικής σειράς «Το πλοίο της αγάπης» αποτελούσε ένα από τα δυνατά σημεία του Σαββάτου, η Κυριακή, συγκριτικά, έμοιαζε κάπως φτωχική.

Το κενό ερχόταν να γεμίσει κάποιες Κυριακές τον χρόνο το δικό μου αγαπημένο άθλημα, το τένις. Εκεί είχα σαφή προσωπική «ατζέντα». Στο χώμα του Ρολάν Γκαρός και στο γρασίδι του Γουίμπλεντον (ξανά)ανακάλυπτα, εκείνες τις Κυριακές, την ατσάλινη ψυχολογία του Μπγιον Μποργκ και τις έντονες αντιδράσεις του Τζον Μακ Ενρό. Αυτές μάλιστα. Ήταν πραγματικές Κυριακές. Εξίσου σημαντικά επίσης ήταν και τα Σάββατα εκείνης της εποχής, καθώς ήταν η ημέρα των τελικών του απλού γυναικών, με θεαματικές αναμετρήσεις στα ίδια τερέν, όπως εκείνες μεταξύ της Μαρτίνα Ναβρατίλοβα και της Κρις Έβερτ. Όμως, το «κοινό» την επόμενη ημέρα δεν έφτανε ποτέ σε αριθμό και σε ένταση το ποδοσφαιρικό. Λίγοι ήμασταν εκείνοι που συζητούσαμε για ένα «tiebreak» και τα «match points» σε σχέση με το πλήθος που μπορεί να τσακωνόταν για ένα πέναλτι και μια κόκκινη κάρτα. 

Πάντα έλεγα χαριτολογώντας ότι ένας από τους βασικούς λόγους για τον οποίο αποφάσισα να ενώσω τον βίο μου με εκείνον του πατέρα της κόρης μου ήταν η κοινή μας άρνηση να αγαπήσουμε με κάποιον τρόπο το ποδόσφαιρο. Για το γεγονός δηλαδή ότι δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να βρεθώ μια Κυριακή σε κάποιο γήπεδο ως ένδειξη αγάπης ή μέρος μιας υπόσχεσης που θα είχε να κάνει με τα ωραία αλλά και τα δύσκολα της κοινής μας ζωής. 

Η κόρη μου είναι Παναθηναϊκός, Παρί ΣΖ και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Έχει (σκληρή) άποψη για τον Ρονάλντο, ενώ για τον Αντουάν Γκριεζμάν θαυμασμό και πόστερ στον τοίχο. Δεν γνωρίζω γιατί εξελίχθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο το οικογενειακό ποδοσφαιρικό μας DNA. Παίζει ποδόσφαιρο στο σχολείο, όπως και η γιαγιά της, η οποία έτρεχε πίσω από την μπάλα με την παρέα της γειτονιάς όταν ήταν μικρή. 

Το παίρνω απόφαση πλέον. Το ποδόσφαιρο δεν έχει πάντα να κάνει με τα θηριώδη ποσά που καταλήγουν σε λίγα «χρυσά» παπούτσια και τις ατελείωτες, κατά την άποψή μου, αναλύσεις ειδικών και μη, αλλά με το γεγονός ότι σου δίνει την ευκαιρία να «ανήκεις». Και να έχεις ομάδα την Κυριακή. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ