ΜΟΥΣΙΚΗ

Κάφκα και Κούρταγκ, λιτοί και ουσιαστικοί

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Φώτο: Αντωνία Κάντα

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Πάνε περίπου δυόμισι χρόνια από τότε που παρουσιάστηκαν στην Αθήνα τα «Θραύσματα από τον Κάφκα» του Κούρταγκ («Κ», 14.6.2015). Τότε, οι δύο προβλεπόμενοι ερμηνευτές, υψίφωνος και βιολονίστας, είχαν πλαισιωθεί από βίντεο, τα οποία επιχειρούσαν άλλοτε να εικονογραφήσουν το κείμενο και άλλοτε να αποδώσουν συναισθήματα προερχόμενα από τον λόγο ή/και τη μουσική.

Αυτή τη φορά, στις 8 Φεβρουαρίου στον νέο χώρο του Θεάτρου «Αττις», το αποτέλεσμα ήταν αισθητά πιο πυκνό και ουσιαστικό, καθώς δεν υπήρχε τίποτε να αποσπά την προσοχή του ακροατή από το μουσικό έργο. Το ακρόαμα προσφέρθηκε χωρίς τη διαμεσολάβηση «ερμηνευτικού» θεάματος. Οι συντελεστές εστίασαν αποκλειστικά στα δύο στοιχεία του έργου, τον λόγο του Κάφκα και τη μουσική που εμπνεύστηκε από αυτόν ο Κούρταγκ.

Στον σκοτεινό επιμήκη χώρο οι προβολείς εστίαζαν αποκλειστικά στις τρεις ερμηνεύτριες, την υψίφωνο Φανή Αντωνέλου, τη βιολονίστρια Φανή Βοβώνη και την ηθοποιό Ελλη Ιγγλίζ. Ορθιες για περισσότερο από μία ώρα απέδωσαν τα ολιγόλεπτα «θραύσματα» με απίστευτη συγκέντρωση και ψυχική ένταση.

Στις δύο μουσικούς θαύμαζε κανείς κατ’ αρχάς την τονική ακρίβεια και την ακρίβεια γενικότερα, χωρίς την οποία το εγχείρημα θα κατέληγε άμορφο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθένα από τα σαράντα σύντομα κομμάτια είχε προετοιμαστεί με μεγάλη φροντίδα και διέθετε τον δικό του χαρακτήρα. Στην ταυτότητα κάθε μικρογραφίας συνέβαλαν η πολύ καλή άρθρωση της Αντωνέλου και το πλήθος αποχρώσεων της φωνής της, η οποία διατηρούσε το ηχόχρωμα και την ποιότητά της σε όλη της την έκταση, από τις ακραία χαμηλές έως τις ψηλές νότες. Η πλαστικότητα της φωνής αλλά και η μουσικότητά της τής επιτρέπουν εξάλλου να ερμηνεύει με την ίδια επιτυχία ευρύτατο ρεπερτόριο, από τη μουσική του Μεσαίωνα έως τον Μότσαρτ και τα έργα του 20ού αιώνα.

Η εκφώνηση των κειμένων πριν από κάθε μουσικό κομμάτι, στην πολύ καλή μετάφραση της Λένιας Ζαφειροπούλου, προφανώς βοηθούσε στην κατανόηση του κειμένου.

Ομως οι οδηγίες για στυλιζαρισμένη «μηχανική» και «συναισθηματικά αμέτοχη», «άχρωμη» απόδοση, προφανώς έπειτα από υπόδειξη του σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπου και της ομάδας «Σημείο Μηδέν», κατέληγε τελικά να παίρνει θέση και μάλιστα έντονη, αποσυντονίζοντας το αποτέλεσμα από την κατεύθυνση της πολύ καλά δουλεμένης μουσικής ερμηνείας. Αντί να λειτουργήσει βοηθητικά, στην ουσία προστέθηκε στο έργο τρίτος «χαρακτήρας», μεταβάλλοντας την ισορροπία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ