Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Η (αιώνια) Ελλάδα του Οθωνα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η νέα ελληνική έκδοση του βιβλίου «La Grece contemporaine» του Edmond About φέρει τον τίτλο «Η Ελλάδα του Οθωνα», ώστε να «ανταποκρίνεται στον ακριβή ιστορικό χρόνο της “Σύγχρονης Ελλάδας” του πρωτοτύπου», σημειώνει η μεταφράστρια Αριστέα Κομνηνέλλη. Το έργο, όμως, που εκδόθηκε το 1854, επί βασιλείας Οθωνος, θα μπορούσε να κυκλοφορεί με τον αρχικό του τίτλο χωρίς να παραπλανά κανέναν, επειδή πολλά απ’ όσα περιγράφει και σχολιάζει ο Γάλλος δημοσιογράφος και μυθιστοριογράφος από τα δύο χρόνια που έζησε στην Αθήνα και που ταξίδεψε στην γύρω περιοχή και την Πελοπόννησο υπάρχουν ακόμη. Η Ελλάδα παραμένει ένας γρίφος, και για τους ξένους περιηγητές και για τους ίδιους τους Ελληνες: Πώς μπορεί ένας λαός με τόσες χάρες να αδυνατεί να δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό κράτος;

Το βιβλίο, στην εξαιρετική μετάφραση της κ. Κομνηνέλλη (Μεταίχμιο), είναι μία «ένοχη απόλαυση», όπως θα έλεγαν οι Αγγλοι. Προκαλεί το γέλιο της αναγνώρισης γνωστών συμπεριφορών, αλλά και θλίψη για τη διαχρονικότητα των δεινών του τόπου και του λαού. Είναι μια καυστική και συχνά χιουμοριστική ματιά πάνω σε μια χώρα, σε ένα έθνος που είναι ακόμη τυφλωμένο από το φως της ελευθερίας έπειτα από αιώνες σκότους, αλλά που παραμένει παγιδευμένο σε έναν φαύλο κύκλο διοικητικής δυσλειτουργίας, διχόνοιας και διαφθοράς, όπου ληστές και κρατικοί αξιωματούχοι ανταλλάσσουν θέσεις με άνεση, όπου ξένες δυνάμεις εκμεταλλεύονται τα πάθη των Ελλήνων αλλά οι ίδιες χάνουν όσα δανείζουν στο νέο κράτος. Αυτά που ρωτάει ο Αμπού μπορούμε να ρωτάμε και εμείς σήμερα: Πώς γίνεται, 166 χρόνια μετά τη συγγραφή του βιβλίου, σχεδόν 200 μετά την αρχή της επανάστασης, οι Ελληνες να συνεχίζουν να βασανίζουν εαυτούς και να ταλαιπωρούν τη χώρα τους με τις ίδιες ανόητες συμπεριφορές;

Οσο εύκολα και αν διαβάζεται το βιβλίο, όμως, τόσο δύσκολο είναι να αποδεχθεί κανείς τις πικρές αλήθειες που αποκαλύπτει. Οχι μόνο όταν περιγράφει συμπεριφορές που τότε και σήμερα παραμένουν ίδιες και ακατανόητες, αλλά όταν λειτουργεί ως σταθερό σημείο μέσα στον χρόνο για να κρίνουμε τη δική μας «σύγχρονη Ελλάδα». Αγανακτισμένος ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν εκμεταλλεύεται τα πλούσια δάση της χώρας, και ότι δεν διοργανώνει τη γεωργία, ώστε να σπάσει ο κύκλος του δημοσίου χρέους και της πάνδημης φτώχειας, παρατηρεί: «Η χώρα, χωρίς να είναι πολύ εύφορη, θα μπορούσε να θρέψει 2 εκατομμύρια κατοίκους. Εχει 950.000 και δεν τους θρέφει». Προσθέτει ότι δεν μπορεί να δώσει τον ακριβή αριθμό καλλιεργήσιμων γαιών επειδή δεν τον γνωρίζει. «Παρόμοια άγνοια στο θέμα αυτό έχει ο βασιλιάς Οθωνας και οι υπουργοί του, που ποτέ δεν έφτιαξαν το κτηματολόγιο της χώρας».

Τι θα έλεγε σήμερα ο σαρκαστικός επισκέπτης για τις επιδόσεις της Ελλάδας στο ζήτημα του κτηματολογίου;

Συχνά ενοχλούν η υπεροψία και η χλεύη με την οποία ο Αμπού περιλούζει τους Ελληνες, παρουσιάζοντας καρικατούρες που κινούν υποψίες για την αντικειμενικότητα του παρατηρητή. Είναι, όμως, όπως σημειώσαμε, εξίσου απολαυστική όταν αναγνωρίζουμε αυτό που περιγράφει. «Είναι αξίωμα για τους Ελληνες ότι όλα τα μέσα προκειμένου να πλουτίσεις είναι θεμιτά· η επιτυχημένη κλεψιά είναι αντικείμενο θαυμασμού, όπως άλλοτε στη Σπάρτη· οι αδέξιοι είναι για λύπηση· εκείνοι που πιάστηκαν κοκκινίζουν από ντροπή για ένα μόνο πράγμα, επειδή πιάστηκαν». Ο Αμπού είναι άκρως σαρκαστικός στην περιγραφή του Γερμανού Οθωνα, της βασίλισσας και της αυλής τους, όπως και με τους πολιτικούς (οι οποίοι ήταν στενά συνδεδεμένοι είτε με την Αγγλία, είτε τη Ρωσία, είτε τη Γαλλία) και είναι φανερό ότι επηρεάζεται από τις πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ της χώρας του και των άλλων. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα παραμένουν Γερμανοί, σχολιάζει, και παραχωρούν μόνο τις ελευθερίες που τους πήραν με τη βία. Σχολιάζει την αγνωμοσύνη της Ελλάδας, παρόλη τη βοήθεια σε χρήμα και σε στρατιωτική ισχύ που η Γαλλία της προσέφερε. «Για όλα αυτά μας αντάμειψαν οργανώνοντας τη ληστεία κατά των συμμάχων μας και την πειρατεία κατά των πλοίων μας».

Στον πολύτιμο πρόλογό του, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος παρατηρεί: «Η καθαρή ματιά του Αμπού δεν κολακεύει τον συλλογικό μας ναρκισσισμό, και ως εκ τούτου επί μακρόν τον είχαμε κατατάξει στα τάγματα των ανθελλήνων, όπου ως γνωστών συμμετέχουν όσοι έχουν μια εικόνα της Ελλάδας η οποία δεν είναι λανθασμένη ή στρεβλή, απλώς δεν συμπίπτει με την εικόνα της Ελλάδας που έχει η Ελλάδα για τον εαυτό της». Και έτσι είναι. Οσο προχωράει το βιβλίο, τόσο βλέπουμε τον Αμπού να χάνει τη χλευαστική του διάθεση και να αρχίζει να κατανοεί και τα βάσανα του ελληνικού λαού και τις αρετές του. Τα δύο τελευταία κεφάλαια περιγράφουν συναντήσεις με φτωχούς χωρικούς στην Πελοπόννησο και προκαλούν πολλές σκέψεις στον περιηγητή. «Θα υπάρχει πάντα κάτι το ανεξήγητο στον ακλόνητο έρωτα των ορεσίβιων για το χώμα που δεν θέλει να τους θρέψει. Οι κάτοικοι των βουνών της Ελλάδας αρνούνται να μεταναστεύσουν, και όταν τελικά το αποφασίζουν θέλουν να επιστρέψουν και πάλι στις πέτρες τους». Στο τέλος, φεύγοντας από ένα χωριό της Αρκαδίας, ο έως τότε υπερόπτης Αμπού λέει «μας είχαν όλα αρέσει, ο τόπος και οι άνθρωποι». Και το κρασί που τους έδωσαν του έφεραν μνήμες από τη δική του πατρίδα, για χωριά όπου «γελούν ανοιχτόκαρδα και ξυπνούν τον Γαλάτη που κοιμάται κάτω από το μαύρο κοστούμι του Γάλλου».
Ηρθε για να γελάσει. Εφυγε σοφότερος. Οπως τόσοι άλλοι. Και η χώρα παραμένει γρίφος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ