Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Φράνσις Μακ Ντόρμαντ: Γυφτοφάγοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Δεν υπάρχει Εμπινγκ στο Μιζούρι. Η ταινία με τον αλλόκοτο τίτλο, για την οποία η Φράνσις Μακ Ντόρμαντ πήρε προχθές το Οσκαρ καλύτερης ερμηνείας, θα μπορούσε να είχε γυριστεί οπουδήποτε. Οι κόκκινες πινακίδες στις οποίες η Μακ Ντόρμαντ ως Μίλντρεντ προβάλλει την οργή της –επειδή η τοπική αστυνομία απέτυχε να εξιχνιάσει τη δολοφονία της κόρης της– είναι στημένες κάπου στην αμερικανική ενδοχώρα. Επισημαίνουν όμως ένα σύνορο που δεν είναι γεωγραφικό. Είναι πολιτισμικό και χωρίζει εσωτερικά τις δυτικές κοινωνίες.

Πάνω σε αυτή την πολιτισμική μεθόριο εκτυλίσσεται ένα δράμα του οποίου οι πρωταγωνιστές είναι περισσότερο οικείοι, παρά ξένοι. Φορώντας μια μπλε «προλεταριακή» φόρμα, η θυμωμένη, σχεδόν ανδρόγυνη μορφή που ενσαρκώνει η Μακ Ντόρμαντ, βρίσκεται σε εκείνη την πλευρά του κοινωνικού χάρτη που δεν αναγνωρίζει πια καμία αρχή. Που νιώθει ότι ο νόμος δεν την περιλαμβάνει. Το «σύστημα» δεν την ακούει. Δεν υπάρχει για εκείνη, αλλά υπέρ του εαυτού του.

Η ταινία δεν ξεχωρίζει επειδή εστιάζεται «ανθρωπολογικά» στον κόσμο των μικρών κοινοτήτων της περιφέρειας – τον κόσμο που παραμένει σχεδόν αθέατος από τη σκοπιά των μεγάλων αστικών κέντρων με την παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα. Η ταινία ξεχωρίζει επειδή φωτίζει την εσωτερική ποικιλία των υποκειμένων που η τρέχουσα πολιτική ανάλυση βιάζεται να ταξινομήσει ως «υπερσυντηρητικούς», «ψεκασμένους», «ρατσιστές», «επαρχιώτες».

Στις «Πινακίδες» κανείς δεν είναι μονοδιάστατος. Η Μίλντρεντ είναι θύμα και θύτης. Εχει ίση μοίρα στο μίσος και στη συμπάθεια, στη χολή και στο χιούμορ. Κανείς δεν είναι ηθικά στάσιμος. Ακόμη και ο βίαιος ρατσιστής –ο χαρακτήρας που υποδύεται ο επίσης βραβευθείς Σαμ Ρόκγουελ– είναι προικισμένος με τη δυνατότητα μεταστροφής.

Ετσι, χωρίς να είναι πολιτικό, το φιλμ μιλάει για τους ανθρώπους εκείνους που οι συστημικές πολιτικές ηγεσίες είτε τους φοβούνται, είτε τους υποτιμούν, είτε και τα δύο. Τους μετρούν ως εκλογικά ποίμνια παραδομένα σε ανεκρίζωτα μίση. Τους θεωρούν χαμένους. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, πρόσφορους μόνο για τη δημαγωγία των γυφτοφάγων.

Οι «Πινακίδες» δείχνουν αυτό που διαφεύγει από τις μετρήσεις: Πίσω από τις δημοσκοπικές ετικέτες υπάρχουν πολιτικά υποκείμενα που είναι κράματα ηθικών αμφιβολιών και πολιτικών αντιφάσεων. Καμία βεβαιότητα, καμία «ταυτότητα» δεν είναι όσο αδιαπέραστη φαίνεται.

Εντάξει. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτός ο ολίγον ναΐφ ανθρωπισμός ακούγεται ωραίος, αλλά δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως οδηγός εφαρμοσμένης πολιτικής. Δεν κερδίζει εκλογές. Εκλογές όμως δεν κερδίζουν πια ούτε τα εγχειρίδια του πολιτικού μάρκετινγκ.

Αν υπάρχει πολιτική που κατατείνει στην υπέρβαση του διχασμού –του αναίμακτου υπερεθνικού «εμφυλίου»– δεν είναι ούτε εκείνη που περιφρονεί τα μπλοκ ούτε εκείνη που τα σέβεται υπερβολικά. Είναι εκείνη που φιλοδοξεί να περάσει από τις ρωγμές τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ