Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Μαρκ Ζουκερμπεργκ: Ψεκασμοί

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

«Ε​​δώ δεν μελετάμε την τεχνητή νοημοσύνη. Μελετάμε τη φυσική βλακεία». Το είχε πει κάποτε ο Εϊμος Τβέρσκι, που μαζί με τον νομπελίστα Ντάνιελ Κάνεμαν προχώρησαν πολύ στην κατανόηση των αυτοματισμών τής –μόνο κατ’ εξαίρεση ορθολογικής– ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο Τβέρσκι δεν έζησε για να δει τα κοινωνικά δίκτυα. Δεν γνώρισε το σύμπαν όπου η τεχνητή νοημοσύνη τρέφει και τρέφεται από τη φυσική βλακεία.

H καθυστερημένη  απολογία του Μαρκ Ζούκερμπεργκ για το σκάνδαλο της Cambridge Analytica –της υποκλοπής δεδομένων 50 εκατομμυρίων χρηστών από την εταιρεία που εργάστηκε προεκλογικά για λογαριασμό του Τραμπ– ήταν διαφωτιστική όχι γι’ αυτά που είπε, όσο γι’ αυτά που παρέλειψε. Ο Ζούκερμπεργκ δίνει όρκους για τη φύλαξη των δεδομένων που οι άνθρωποι τού «εμπιστεύονται», προσπερνώντας το γεγονός ότι η οικονομική γιγάντωση του δικτύου του οφείλεται ακριβώς στην καπηλεία αυτών των δεδομένων: Το Facebook του κερδοφορεί χάρη στην αλγοριθμική εκμετάλλευση των πληροφοριών που του παραχωρούν –οικειοθελώς και αφιλοκερδώς– οι χρήστες του.

Αυτό υποτίθεται ότι είναι και το συμβόλαιο στο οποίο βασίζονται τα κοινωνικά δίκτυα: Εκποιείς ένα μέρος της ιδιωτικότητάς σου με αντάλλαγμα την επικοινωνία – έστω κι αν η εκποίηση αυτή συνομολογείται μάλλον ασυνείδητα· έστω κι αν αυτό που «πουλιέται» για επικοινωνία αποβαίνει τις περισσότερες φορές σκέτη συνδεσιμότητα.

Προς τι, λοιπόν, ο σάλος; Γιατί η υπόθεση της Cambridge Analytica εκλαμβάνεται ως κάτι πολύ βαρύτερο από την τρέχουσα, διαφημιστική άγρα των προσωπικών μας δεδομένων;

Διότι, στην περίπτωση των μάγων της εκλογικής ψυχομετρίας, φαίνεται να συντελέστηκε για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα μια εκστρατεία όχι πειθούς ή επηρεασμού, αλλά μάλλον συλλογικού υπνωτισμού. Πιο βάναυση και από την υποκλοπή, ήταν η χρήση των δεδομένων· η χρήση των ανθρώπων σαν να ήταν οι ίδιοι συσκευές –bots– με ψυχικό λογισμικό. Οι ψηφοφόροι ποσοτικοποιούνται έτσι ως δημογραφικές μονάδες με «κουμπιά». Με χρήσιμες αδυναμίες – φόβους, μίση, εμμονές.

Οι ερευνητές λένε ότι αυτές οι περιγραφές είναι υπερβολικές. Αμφισβητείται σοβαρά αν η Cambridge Analytica μπόρεσε να επιτύχει τη διαβουκόληση που διαφήμιζε. Παρά τη ραγδαία εξάπλωση της επιρροής των νέων Μέσων, η παλιά τηλεόραση φαίνεται να διατήρησε την ηγεμονία της στη διαμόρφωση του κλίματος που έφερε τον Τραμπ. Κι ωστόσο, η «αναβάθμιση» του πολιτικού μάρκετινγκ σε όπλο μαζικού ψεκασμού συνειδήσεων δεν είναι πια τεχνικά αδιανόητη. Κάθε άλλο.

Η απάντηση σε αυτόν τον ορατό κίνδυνο δεν μπορεί να είναι το #delete_facebook. Δεν μπορεί να είναι ένας λουδιτισμός που θα αρνείται το Μέσο. Ο,τι γίνεται στην τεχνολογία, δεν ξεγίνεται. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν ανακόπτεται. Εκείνα που μπορούν παραδοσιακά να αναχαιτιστούν είναι ο φανατισμός, ο ρατσισμός, η δεισιδαιμονία. Η φυσική βλακεία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ