ΚΟΣΜΟΣ

Ο νέος κινεζικός εθνικισμός του Σι

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

Ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, σε ομιλία του αυτή την εβδομάδα δεσμεύθηκε ότι η χώρα «θα πάρει τη θέση που της αξίζει στον κόσμο».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενισχυμένος από τις νομοθετικές αλλαγές, που του επιτρέπουν να παραμείνει ισόβιος ηγέτης της Κίνας, ο πρόεδρος της χώρας Σι Τζινπίνγκ εκφώνησε αυτή την εβδομάδα μία άκρως εθνικιστική ομιλία: δεσμεύθηκε ότι η Κίνα «θα πάρει τη θέση που της αξίζει στον κόσμο» και διακήρυξε ότι η χώρα είναι έτοιμη για «αιματηρές μάχες εναντίον των εχθρών μας».

Παράλληλα, υποσχέθηκε ανανέωση και απείλησε όσους απεργάζονται τη διατάραξη της εθνικής συνοχής στη διάρκεια του λόγου του στο κλείσιμο της ετήσιας συνεδρίασης του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου, της καθιερωμένης σύγκλησης του Κοινοβουλίου στη Λαϊκή Δημοκρατία που συχνά αποκηρύσσεται από διεθνείς παρατηρητές ως απλή παράσταση, από την οποία απουσιάζει η σοβαρή πολιτική αντιπαράθεση. Υπενθυμίζεται ότι φέτος το σώμα ήρε τους περιορισμούς στη θητεία του, ανοίγοντας τον δρόμο για ισόβια προεδρία του Σι. Αλλωστε, η επανεκλογή του πραγματοποιήθηκε με πλήρη ομοφωνία.

Προς το εσωτερικό

«Ο κινεζικός λαός έχει συνειδητοποιήσει από την αρχαιότητα ότι τίποτα δεν είναι δωρεάν. Για να είναι κανείς ευτυχής, πρέπει να αγωνιστεί γι’ αυτό», είπε σε μια αποστροφή του ο Σι. Ο εθνικιστικός τόνος και το περιεχόμενο της ομιλίας του είχε κυρίως αποδέκτη το εσωτερικό ακροατήριο, σύμφωνα με τη Μεριντέν Βαράλ, διευθύντρια του προγράμματος Ανατολικής Ασίας στο Ινστιτούτο Λόουι του Σίδνεϊ. «Η άρση των περιορισμών στη θητεία του, ενόχλησε κάποιους μέσα στο κόμμα. Ο Σι, ωστόσο, γνωρίζει ότι έρχονται δύσκολοι καιροί, ειδικά τώρα που ο Τραμπ απειλεί με εμπορικό πόλεμο. Αδραξε την ευκαιρία και χρησιμοποίησε τον εθνικισμό για να αποδείξει πως είναι ο κατάλληλος να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις», συνεχίζει η Βαράλ σε δηλώσεις της στην εφημερίδα «Γκάρντιαν».

Αν και η Κίνα υπήρξε μεταπολεμικά –από την κομμουνιστική επανάσταση του 1949– ένα μονοκομματικό κράτος, δεν είχε ποτέ τα χαρακτηριστικά μιας προσωπικής παντοκρατορίας μετά τον θάνατο του Μάο τουλάχιστον. «Πράγματι, τις τελευταίες δύο δεκαετίες όσοι ηγέτες κατείχαν το πόστο του προέδρου έμοιαζαν περισσότερο με διευθύνοντες συμβούλους μιας επιχείρησης, με τους υπόλοιπους κομματικούς ηγέτες να λειτουργούν σαν ένα είδος διοικητικού συμβουλίου, που ελέγχει την εξουσία του ανώτατου άρχοντα. Εξαρχής ο Σι έδειξε ότι η δική του θητεία θα είναι διαφορετική σε ύφος και ουσία», επισημαίνει σε πρόσφατο άρθρο του ο Τεντ Γκάλεν Κάρπεντερ, αναλυτής του Ινστιτούτου Cato και αρθρογράφος του έγκυρου National Interest.

«Με το πρόσχημα της καταπολέμησης του (πολύ αληθινού) προβλήματος της διαφθοράς, σιωπηρά αλλά συστηματικά εξεδίωξε όσους αξιωματούχους θεωρούσε ότι θα μπορούσαν να επηρεάζονται από τους προκατόχους του, Ζιανγκ Ζεμίν και Χου Ζιντάο, ή όσους επιδείκνυαν απρόβλεπτες τάσεις ανεξαρτησίας», γράφει ο Κάρπεντερ.

«Η εδραίωση της προσωπικής εξουσίας του Σι, ειδικά αν εξακολουθήσει να διαθέτει νεο-μαοϊκά χαρακτηριστικά, δεν θα έχει απλώς ανησυχητικές συνέπειες για το εσωτερικό της χώρας, αλλά εξίσου σοβαρές επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική της Κίνας. Από την έναρξη των οικονομικών μεταρρυθμίσεων προς την κατεύθυνση της ελεύθερης αγοράς στα τέλη της δεκαετίας του ’70, η δυτική, ειδικά η αμερικανική, πολιτική βασιζόταν σε δύο υποθέσεις. Πρώτον, ότι οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις θα οδηγούσαν σε ένα πιο ανοιχτό, ανεκτικό πολιτικό σύστημα, ενδεχομένως με κατάληξη μια πλήρη δημοκρατία. Ούτε καν τα αιματηρά γεγονότα της Τιενανμέν το 1989 δεν επηρέασαν αυτήν την υπόθεση. Οι υποστηρικτές του σεναρίου θεώρησαν τα επεισόδια μια οπισθοχώρηση, όχι μια οριστική ήττα. Η δεύτερη υπόθεση ήταν πως η λιγότερο αυταρχική Κίνα, πλήρως ενσωματωμένη στην παγκόσμια οικονομία, θα εξελισσόταν σε έναν “υπεύθυνο μέτοχο” του παγκόσμιου διπλωματικού και οικονομικού συστήματος, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του πρώην υφυπουργού Εξωτερικών και προέδρου της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ρόμπερτ Ζέλικ», συμπληρώνει ο Αμερικανός αναλυτής, ο οποίος αμφισβητεί έντονα τις δύο υποθέσεις υπό το πρίσμα των νέων εξελίξεων.

Νέα μέτρα

Ο νέος κινεζικός εθνικισμός ως απάντηση στην αμερικανική εσωστρέφεια του Ντόναλντ Τραμπ και η ανάδειξη του Σι σε ισόβιο ηγέτη της χώρας, δεν είναι οι μόνες ενδείξεις ιδεολογικής σκλήρυνσης του Πεκίνου. Την Τετάρτη ανακοινώθηκαν επίσης μέτρα που καθιστούν ασφυκτικό τον –δεδομένο– κομματικό έλεγχο των ΜΜΕ και της πολιτικής ζωής από το κόμμα. Με βάση το νέο σχέδιο, το τμήμα προπαγάνδας του κόμματος αναλαμβάνει τον άμεσο έλεγχο των ταινιών, των ΜΜΕ και των εντύπων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον καν η διαμεσολάβηση της κρατικής υπηρεσίας Τύπου, Εκδόσεων, Ραδιοφώνου, Ταινιών και Τηλεόρασης, που ήταν μέχρι σήμερα το αρμόδιο όργανο ελέγχου και λογοκρισίας.

Την ίδια στιγμή, αναβαθμίζεται ο ρόλος κομματικών επιτροπών μεταρρυθμίσεων, κυβερνοασφάλειας, οικονομικών και εξωτερικών υποθέσεων. Ταυτόχρονα, το κόμμα ιδρύει μια ηγετική ομάδα για την εκπαιδευτική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της ιδεολογικής καθοδήγησης των φοιτητών. Οπως επισημαίνεται, η πρωτοβουλία απηχεί την αποφασιστικότητα του προέδρου να διασφαλίσει ότι οι φοιτητές θα αφομοιώσουν τις πατριωτικές, κομματικές αξίες.

Αντίσταση με ένα βλέμμα

Στο μέσον περίπου των εργασιών του συνεδρίου, μια δημοσιογράφος συνελήφθη από τον τηλεοπτικό φακό να στρέφει τα μάτια προς τον ουρανό σε ένδειξη απόγνωσης για μια μακρά, φιλοκυβερνητική ερώτηση συναδέλφου της στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου. Το χαρακτηριστικό βλέμμα της έγινε viral μέσα σε λίγες ώρες, ως ένδειξη μιας ισχνής αντίστασης της κινεζικής κοινής γνώμης και των χρηστών των σόσιαλ μίντια. Η λογοκρισία μπλόκαρε το σχετικό βίντεο έως το βράδυ, αλλά οι πολίτες είχαν ήδη προλάβει να δημιουργήσουν μικρά σποτάκια (GIFs) με την έκφραση της ρεπόρτερ. Για μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης αυτό ακριβώς το ύφος απελπισίας της δημοσιογράφου αποτελεί μια έμμεση κριτική στον τρόπο λειτουργίας των ΜΜΕ στην Κίνα, καθώς και στις σκηνοθετημένες, στυλιζαρισμένες, ασφαλείς και συχνά βαρετές ερωτήσεις των εκπροσώπων του Τύπου προς τα ηγετικά στελέχη της χώρας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ