ΘΕΑΤΡΟ

Η Αρκάντινα στο Υπόγειο

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

H Μάσα, ο Τρέπλιεφ, η Αρκάντινα, ο Τριγκόριν, η Νίνα από τις 19/4 καλούν το κοινό στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης για να παρακολουθήσει την εκδοχή του Κωνσταντίνου Χατζή και της ομάδας Χρώμα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο «Γλάρος» του Τσέχοφ είναι από τα έργα που αγαπούν όλοι οι ηθοποιοί, ίσως γιατί καταπιάνεται με τον έρωτα και το θέατρο, τις συγκρούσεις του παλιού και του νέου στη ζωή και στην τέχνη, τους ίδιους τους καλλιτέχνες, το νόημα της δημιουργίας. Μετά την πρόταση του Γιάννη Χουβαρδά στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, η Μάσα, ο Τρέπλιεφ, η Αρκάντινα, ο Τριγκόριν, η Νίνα από τις 19 του μηνός καλούν το κοινό στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης για να παρακολουθήσει την εκδοχή του Κωνσταντίνου Χατζή και της ομάδας Χρώμα.

Σ’ αυτή την παράσταση η Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου παίζει την εγωπαθή Αρκάντινα. Μια ηρωίδα που, όπως λέει η ηθοποιός στην «Κ», κρύβει πολλές παγίδες. «Εύκολα κινδυνεύεις να υπερβάλεις, να παραστήσεις την ντίβα, να την παρουσιάσεις χωρίς συναισθήματα. Στην ουσία είναι μια γυναίκα με βαθιά μοναξιά. Μια δημοφιλής ηθοποιός που έχει γνώση ότι σε λίγο αρχίζει η πτώση της και πως δεν θα είναι πια στα πράγματα. Γνωρίζει ότι μεγαλώνει και από την άλλη ότι έρχεται η νέα γενιά και οι καινούργιοι τρόποι έκφρασης. Ο φόβος της είναι η ωριμότητα και η παρακμή. Λέει “δεν φοβάμαι ούτε τη ζωή ούτε τον θάνατο”, αλλά το μόνο που φοβάται είναι η ζωή και ο θάνατος. Με τον γιο της, τον Τρέπλιεφ, έχει σχέση εξάρτησης. Αναμφισβήτητα τον λατρεύει όπως τον αδερφό της, τον Σόριν, αλλά προέχει η ίδια και πώς θα ζήσει στο θέατρο. Γιατί διψάει να παίζει ρόλους, να την αποθεώνει το κοινό, να είναι διαρκώς με τους καλλιτέχνες. Ζει το παρόν αλλά γνωρίζει ότι δεν έχει χρόνο».

Τέταρτη συνεργασία

Το έργο του Τσέχοφ είναι η τέταρτη συνεργασία της Ρουμπίνης με τον Κωνσταντίνο Χατζή. Ξεκίνησαν το 2012 με την περφόρμανς «Θυμάσαι τη φωνή μου; Σ. Μπέλλου - Ε. Πιαφ», συνέχισαν στον μονόλογο «Μωρό μου» σε κείμενο της ίδιας, πέρυσι στην «Αλμπα» του Θωμά Τσαλαπάτη και τώρα στον «Γλάρο». Ενας έργο που καταπιάνεται και με τις διεκδικήσεις και τις αγωνίες των νέων καλλιτεχνών. «Καθρεφτίζει τις ανασφάλειες των καλλιτεχνών που θέλουν να είναι διαρκώς στην πρώτη γραμμή, στα πρωτοσέλιδα, να κάνουν “καλό θέατρο” όπως ισχυρίζεται η ηρωίδα που παίζω κι ας της λέει ο γιος της “παίζεις σε σκουπίδια”». Εχοντας 35 και πλέον χρόνια στο θέατρο, η Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου συμμερίζεται τις αγωνίες της ηρωίδας της. «Καταλαβαίνω την αγωνία της ωριμότητας. Την καταλαβαίνω επίσης ως μητέρα γιατί κι εγώ έχω παιδί». Εχοντας τη Μαρίλια (από τον γάμο της με τον Μιχάλη Μητρούση), αντιλαμβάνεται κάθε βήμα της σχέσης Αρκάντινα - Τρέπλιεφ, «πώς τσακώνονται με τον γιο της κι έπειτα αγαπιούνται. Συμβαίνουν αυτά στις σχέσεις γονέων - παιδιών».

Δεν χρειάζεται να βρεις τρόπους να τη ρωτήσεις για τις απουσίες της από τη σκηνή. «Δεν είμαι από τους ηθοποιούς που παίζουν συνέχεια», προλαβαίνει την ερώτηση. Μπήκε στη δραματική σχολή του Καρόλου Κουν στα 17 της και από τα 20 της άρχισε να γίνεται γνωστή στον θεατρικό χώρο με βασικούς ρόλους στο Θέατρο Τέχνης: «Ταξίδι εργασίας» του Αλέξη Σεβαστάκη το 1980, «Λευκός γάμος» του Ρούσεβιτς Ταντέους, «Κασέτα» της Λούλας Αναγνωστάκη. Αλλά το ευρύ κοινό την ξεχώρισε πέντε χρόνια αργότερα, στα «Πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ» του Φασμπίντερ, όταν άνοιξε η Μπέτυ Αρβανίτη το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Επειτα στην «Εβριάνα» του Λαρς Νόρεν, που επίσης σκηνοθέτησε η Ρούλα Πατεράκη κ.α.

«Δεν θέλω ευθύνη»

«Κάποια στιγμή απομακρύνθηκα από τη σκηνή αλλά ασχολήθηκα με τη διδασκαλία. Ο καλλιτέχνης δεν εξαφανίζεται επειδή δεν παίζει». Ενας ακόμη λόγος ήταν ότι από το 1998, που έφτιαξαν από κοινού με τον πρώην σύζυγό της το «Χυτήριο», ασχολήθηκαν με τη λειτουργία του, «μεγάλο ρίσκο», όπως τονίζει, αφού πορευόταν χωρίς επιχορήγηση. Ξεκίνησαν δυναμικά με τον «Σχοινοβάτη» του Ζαν Ζενέ, την «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» του Ροΐδη, τις «Eπικίνδυνες μαγειρικές» του Στάικου, τη «Σταγόνα στα γόνατα» που σχεδίασε η Λίνα Νικολακοπούλου πάνω σε επτά ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη κ.ά. «Εκείνος ο κύκλος έκλεισε, δεν θέλω καμιά ευθύνη», λέει κατηγορηματικά. Τώρα με τον Τσέχοφ «αισθάνομαι να αρχίζει νέος κύκλος στη ζωή μου». Στη διαδρομή έχασε πράγματα. «Οταν δεν έπαιζα, ήμουν βοηθός σε όλους. Ομως, πάνω απ’ όλα είμαι ηθοποιός. Ο “Γλάρος” είναι μια ευκαιρία να προχωρήσω».

Το διάβασμα του ρόλου

Εχει σημασία πώς διαβάζεις έναν ρόλο. Αυτό δίδασκε στους μαθητές της. «Ημουν αυστηρή δασκάλα...», παραδέχεται γελώντας. Για τον θεατρικό πλουραλισμό απαντά πως «αν οι δουλειές είναι ερασιτεχνικές, θα σβήσουν από μόνες τους. Λέμε για τα παιδιά που θέλουν να βγουν στο θέατρο, έχετε αναρωτηθεί πόσα παιδιά θέλουν να βγουν στο τραγούδι; Ποιοι είμαστε εμείς που θα το ακυρώσουμε;».

Ηθοποιός, με πτυχίο της Νομικής, δεν έχει το ψώνιο να θυμίζει διαρκώς την παρουσία της. Παίζει, διδάσκει, κάνει διαλείμματα, γράφει, επιστρέφει όταν κάτι τη συγκινεί. «Δεν θα σου πω για ηρωίδες αλλά για συγγραφείς. Είμαι λάτρης του κλασικού». Εκείνο που τη συγκινεί περισσότερο είναι τα λόγια της Αρκάντινα στην τρίτη πράξη: «“Φίλοι μου, εις το επανιδείν, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε το επόμενο καλοκαίρι, και να μη με ξεχάσετε!” Η φράση “και να μη με ξεχάσετε” με κάνει να βουρκώνω. Κρύβει μια παράκληση».

​​«Γλάρος» (19/4). Παίζουν: Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, Κλέων Γρηγοριάδης, Θανάσης Δήμου, Τζίνα Θλιβέρη, Μάγδα Λαδά, Νικόλας Μακρής, Ηλέκτρα Νικολούζου, Γιώργος Παπαπαύλου, Ενκε Φεζολλάρι, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ