Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Στο κάστρο της Αθήνας και στον κάμπο της

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ε​​​​ν τοις χειρογράφοις του Μακρυγιάννη», σημείωνε ο Γιάννης Βλαχογιάννης ως πρώτος εκδότης των Απομνημονευμάτων του στρατηγού, το 1907, «σώζονται, διά χειρός αυτού εν συνεχεία γεγραμμέναι, πιθανώτατα δε και υπ’ αυτού ποιηθείσαι, δύο ανέκδοτοι παραλλαγαί δημοτικών ασμάτων εις την μάχην της Αράχοβας και τον θάνατον του Καραϊσκάκη αναφερομένων».

Ο Μακρυγιάννης «τραγουδούσε καλά», το λέει ο ίδιος στο γραφτό του. Επαιζε και τον ταμπουρά του. Αλλά και κάτι παραπάνω: Επλαθε τραγούδια, ή τέλος πάντων προσάρμοζε υπάρχοντα μοτίβα και πρόσθετε δικούς του στίχους. Κάτι ανάλογο είχε πράξει και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να εμψυχώσει τα παλικάρια του, όπως πληροφορεί η «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής». Ενα δικό του τραγούδι ενθέτει, λοιπόν, στα Απομνημονεύματα ο Μακρυγιάννης: «Ο Ηλιος εβασίλεψε –Ελληνά μου, βασίλεψε– και το Φεγγάρι εχάθη...». Το τραγούδησε στην πολιορκημένη από τον Κιουταχή Ακρόπολη, με τον φρούραρχο Γιάννη Γκούρα ακροατή. «Αδελφέ Μακρυγιάννη», του είπε ο Γκούρας, «σε καλό να το κάμει ο Θεός· άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγει». Δεν βγήκε σε καλό. Ο Γκούρας σκοτώθηκε στη μάχη που ακολούθησε, στις 30 Σεπτεμβρίου 1826.

Η σημείωση του Βλαχογιάννη για τα άλλα τραγούδια του Μακρυγιάννη (ή, πιο σωστά, «παραλλαγές δημοτικών ασμάτων») συνάπτεται με το τραγούδι όπου ο στρατηγός επικαιροποιεί και επιτονίζει τον παραδεδομένο στίχο «ο ήλιος εβασίλεψε και το φεγγάρι εχάθη», παρενθέτοντας το μελαγχολικό τσάκισμα «Ελληνά μου βασίλεψε». Η χρήση εδώ του εθνωνύμου «Ελληνας» είναι ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι στα δημοτικά των ανωνύμων απαντά σπανιότατα (το συναντάμε κυρίως σε ποντιακά)· εκεί συνηθίζονται το «Γραικός» και το «Ρωμιός». Το 1919 ο Ν.Γ. Πολίτης αναπαράγει τα λεγόμενα του Βλαχογιάννη σε διάλεξή του στον «Παρνασσό», που εκδόθηκε με τον τίτλο «Γνωστοί ποιηταί δημοτικών ασμάτων»: «Μεταξύ των εγγράφων του Μακρυγιάννη ευρέθησαν δύο δημοτικά άσματα, διά χειρός αυτού γεγραμμένα και πιθανώτατα υπ’ αυτού ποιηθέντα· το εν εις την μάχην της Αράχοβας, το έτερον εις τον θάνατον του Καραϊσκάκη». Στο δεύτερο, ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί ξανά γνωστά μοτίβα (αυτός ήταν άλλωστε ο τρόπος της δημοτικής ποίησης), ενθέτει λέξεις ασυνήθιστες στο προεπαναστατικό, κλέφτικο δημοτικό, αλλά απολύτως συμβατές με την επαναστατική εξέλιξη (λ.χ. «πατρίδα»), και δίνει πληροφορίες που είναι και ιστοριογραφικά εξακριβωμένες, για τον πυρετό του Καραϊσκάκη ή την αποκοτιά των Κρητικών:

«Τρεις περδικούλες κάθονταν στο κάστρο της Αθήνας, / είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα, / είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτημένα. / Μοιριολογούσαν κι έλεγαν, μοιριολογούν και λένε: Τρίτη, Τετάρτη χλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη, / Παρασκευή ξημέρωσε, μην έχει ξημερώσει, / που πιάστηκε ο πόλεμος, το Κρητικό ντουφέκι. / Καραϊσκάκης τ’ άκουσε, ήταν και θερμασμένος, / και τον σεΐζη του έκραξε και του σεΐζη λέγει: / “Σεΐζη, φκιάσε τ’ άλογο, βάλ’ του και το τακίμι, / κρίν’ τε και των συντρόφων μας των καπεταναραίων· / να βγούμ’ να πολεμήσουμε στον κάμπο της Αθήνας”. / Σαν πιάστηκε ο πόλεμος, σκοτίστηκε ο κάμπος, / βαρέθηκε ο αρχηγός και ο Καραϊσκάκης· / “Παιδιά μ’, να νταγιαντίσετε, να γίνετ’ ένα σώμα, / να μη χαθεί η πατρίδα μας, την πάρτε στο λαιμό σας. / Μένα με παν στην Κούλουρη, πέρα στον Αϊ-Δημήτρη, / που είναι παντοτινός γιατρός, αυτός θα με γιατρέψει. / Πουλάκι πήγε κι έκατσε στου Αϊ-Δημητριού το δέντρο, / δεν ελαλούσε σαν πουλί, ουδέ σα χελιδόνι, / μόν’ το δεντρί μαράθηκε απ’ τον κελαηδισμό του. / Τον κλαίνε χώρες και χωριά κι όλ’ οι καπεταναίοι, / τον κλαιν τα παλικάρια του κι όλος ο ταϊφάς του». Κάστρο της Αθήνας είναι βέβαια η Ακρόπολη, σεΐζης ο ιπποκόμος, τακίμι τα στολίδια, ενώ το νταγιαντίζω σημαίνει αντέχω.

Ο Μακρυγιάννης στο τραγούδι δεν υπαινίσσεται ελληνική εμπλοκή στον θάνατο του Καραϊσκάκη, στις 23 Απριλίου 1827. Το ίδιο και στα Απομνημονεύματα: «Πλησίον εις το Γλυκό νερό ήταν ένα ταμπούρι τούρκικον· κι εκεί πήγαν κάτι μεθυσμένοι νησιώτες και Κρητικοί, πιάσαν τον πόλεμον. Συνάχτη το περισσότερον στράτεμα. Εκεί οπού πήγαμεν να σβέσομεν τον πόλεμον, ότι θα κάναμεν το κίνημα το βράδυ, πλάκωσαν και Τούρκοι περισσότεροι πεζούρα και καβάλα. Aναψε ο πόλεμος πολύ· ήρθε κι ο Καραϊσκάκης. Τότε του λέγω: “Σύρε οπίσου να πάψει ο πόλεμος, ότι το βράδυ θα κινηθούμεν. - Μου λέγει στάσου αυτού με τους ανθρώπους κι εγώ φέγω”. Τότε σε ολίγον μαθαίνω ότι εβαρέθη ο Καραϊσκάκης. Πάγω εκεί· μαζευόμαστε, τηράμεν· ήταν βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά. Μαζωχτήκαμεν όλοι εκεί. Μας είπε με χωρατά: “Εγώ πεθαίνω· όμως εσείς να είστε μονοιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα”. Τον πήγαν εις το καράβι. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».

Σχεδόν όλες οι παραλλαγές του τραγουδιού για τον θάνατο του Καραϊσκάκη αρχίζουν όπως και η μακρυγιαννική, λ.χ. η εκδοχή που συμπεριέλαβε το 1853 ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος στα «Aσματα δημοτικά της Ελλάδος» (όπου πάντως οι περδικούλες κάθονται «στον κάμπο της Αθήνας», όχι στο κάστρο της). Σχεδόν σε όλες διαβάζουμε το στερεοτυπικό «πικρή βολιά τον χτύπησε, πικρή, φαρμακωμένη» ή «τον αρχηγό μας λάβωσαν, πικρά, φαρμακωμένα». Μια θεσσαλική παραλλαγή ωστόσο, δημοσιευμένη το 1938 από τον Γεώργιο Δ. Ιατρίδη («Δημοτικά τραγούδια Θεσσαλίας», Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία των Θεσσαλών εν Αθήναις), μας αιφνιδιάζει. Εδώ οι τρεις περδικούλες μοιρολογούν και λένε ότι ανάμεσα στους φονιάδες ήταν και Ελληνες:

«Παρασκευή ξημέρωνε, να μ’ είχε ξημερώσει, / νησιώτες κάμουν την αρχή, στον κάμπο ροβολάνε, / κι αρχίνισε τον πόλεμο το ελληνικό σεφέρι. / Χέρια με χέρια πιάνονται, με τα σπαθιά βαριούνται, / και μες στη μέση ήτανε ’λόρθ’ ο Καραϊσκάκης, / που λιονταρένια είχε καρδιά και στήθια μαρμαρένια. / Ο Καραΐσκος φώναξε όλους τους μπουλουκτσήδες, / γιουρούσι για να κάμουνε, τον Κιουταχή να πιάσουν. / Το άτι καβαλίκεψε και το σπαθί τραβάει, / εννιά ταμπούρια σκόρπισε κι έφτασε ώς τη Μάντρα. / Μια παταριά του ρίξανε οι Τούρκοι κι οι Ρωμαίοι, / που ήτανε εχτροί κι αυτοί απ’ την Τουρκιά βαλμένοι. / Κι ο Καραΐσκος φώναξε: “Με φάγανε οι σκύλοι”». Ποιοι είναι οι σκύλοι οι βαλμένοι από την Τουρκιά δεν θα το μάθουμε ποτέ. Τα τραγούδια αποτελούν μαρτυρία, πάντα όμως σε συσχετισμό με άλλες πηγές.

Οσον αφορά πάντως τον θάνατο του Ανδρούτσου, «τον ξέρουμε τον ένοχο κι είναι γνωστή η αιτία». Τον ξέρει και ο λαϊκός τραγουδιστής, που μιλάει με τη φωνή της μάνας του αγωνιστή: «Δεν σ’ τό ειπα ’γώ, Δυσσέα μου, δεν σ’ τό ειπα ’γώ, παιδί μου, / με τη Βουλή μην πιάνεσαι, με τους καλαμαράδες! / Κάνουν τον Γκούρα κεχαγιά και το Νικόλα πρώτο». Αρκούν αυτά για να φανεί ποιοι έφταιξαν για το τέλος της εγγονοπούλειας «αυστηρής και υπέροχης μορφής του Οδυσσέα Ανδρούτσου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ