ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Οι νέοι διορισμοί Τραμπ εγκυμονούν νέους κινδύνους

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

«Μέρος του προβλήματος είναι ότι ο Τραμπ δεν αναλογίζεται τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των επιλογών του», παρατηρεί o κ. Τρούμποβιτς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ως κίνηση που συνδέεται με την εσωτερική πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ ερμηνεύει τους διορισμούς του Μάικ Πομπέο ως υπουργού Εξωτερικών και του Τζον Μπόλτον ως συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας o καθηγητής Πίτερ Τρούμποβιτς, πρόεδρος του τμήματος Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Αμερικανικού Κέντρου στο London School of Economics. Ο καθηγητής Τρούμποβιτς, που βρέθηκε στην Αθήνα για μια διάλεξη διοργανωμένη από το Ελληνικό Παρατηρητήριο του LSE, εξηγεί ότι, με την «εσωτερική ατζέντα Τραμπ αδρανοποιημένη» και με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν, η επιλογή των Πομπέο και Μπόλτον είναι μία κίνηση περαιτέρω προσεταιρισμού της σκληροπυρηνικής δεξιάς πτέρυγας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. 

Ο διορισμός των δύο, προσθέτει, ενδεχομένως επίσης να έγινε «με το βλέμμα στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις» με τη Β. Κορέα και το Ιράν με σκοπό να πιέσει τις δύο χώρες να κάνουν υποχωρήσεις (αμφότεροι είναι σφοδροί πολέμιοι της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ενώ ο κ. Μπόλτον έχει ταχθεί υπέρ πολεμικών επιχειρήσεων κατά τόσο της Πιονγιάνγκ όσο και της Τεχεράνης). Σε κάθε περίπτωση, τονίζει ο Αμερικανός καθηγητής, οι επιλογές των συγκεκριμένων προσώπων «αυξάνουν τους κινδύνους και την αβεβαιότητα διεθνώς για τις προθέσεις της Ουάσιγκτον».

Εντάσσονται οι κινήσεις του Τραμπ στην εξωτερική πολιτική τους τελευταίους 14 μήνες σε κάποια συγκεκριμένη στρατηγική; Προκύπτει κάποιο δόγμα Τραμπ; «Κοιτάξτε, ο Τραμπ δεν διακρίνεται για την υψηλή στρατηγική του σκέψη. Ωστόσο, έχει κάποιες ιδέες και απόψεις για την εξωτερική πολιτική, στις οποίες επιμένει εδώ και πάρα πολύ καιρό: Οτι η φιλελεύθερη πολιτική στο εμπόριο δεν ωφελεί τις ΗΠΑ όπως κάποτε, ότι πολλές χώρες εκμεταλλεύονται με κραυγαλέο τρόπο τις ΗΠΑ, ότι πρέπει οι σύμμαχοι να επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του κόστους της συλλογικής ασφάλειας, ότι πρέπει η Αμερική να ανακτήσει την εθνική της κυριαρχία. Δεν είναι ένα επίσημο δόγμα, αλλά υπάρχει ένα νήμα, μία προσέγγιση, που τα συνδέει όλα αυτά: αυτό που συνοψίζεται στη φράση “Πρώτα η Αμερική”».

Η προσέγγιση αυτή είναι μια προσωρινή παρέκκλιση ή θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στην αμερικανική εξωτερική πολιτική; «Μέρος του προβλήματος είναι ότι ο Τραμπ δεν αναλογίζεται τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των επιλογών του», παρατηρεί ο Τρούμποβιτς. «Πιστεύει ότι έχει πολύ μεγάλα περιθώρια ελιγμών διεθνώς, ότι τα δομικά πλεονεκτήματα των ΗΠΑ –το δολάριο ως αποθεματικό νόμισμα, η στρατιωτική υπεροπλία τους– του επιτρέπουν να έχει μεγάλη ελευθερία κινήσεων στο διεθνές στερέωμα. Πιστεύει ότι με αυτά θα αποσπάσει υψηλότερες αμυντικές δαπάνες από τη Γερμανία, επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας NAFTA από τον Καναδά, ακόμα και υποχωρήσεις από τους Κινέζους. Είναι πολύ μεγάλο το ρίσκο που παίρνει. Ισως υπερεκτιμά τα περιθώρια ελιγμών που διαθέτει».

Τι ρόλο παίζει στην εξωτερική πολιτική το χαοτικό προεδρικό μάνατζμεντ – οι συνεχείς αλλαγές προσωπικού, οι ακατάσχετες διαρροές, τα tweets που διαψεύδουν τα λεγόμενα των υπουργών του; «Δεν νομίζω ότι βοηθάει [γέλια]. Ο ίδιος πιστεύει μάλλον ότι η πρακτική αυτή, να αφήνει ακόμα και τους συνεργάτες να αναρωτιούνται ποια θα είναι η επόμενή του κίνηση, του δίνει  ένα διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Το πρόβλημα είναι ότι εντείνει την αβεβαιότητα σχετικά με τις ΗΠΑ, τόσο μεταξύ συμμάχων όσο και μεταξύ των αντιπάλων της χώρας». 

Στρατηγικό κενό

Ενα άλλο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του πρώτου χρόνου της προεδρίας Τραμπ είναι η τάση του να ταυτίζεται περισσότερο με αυταρχικούς παρά με δημοκρατικούς ηγέτες. Πόσο σημαντικό είναι αυτό; «Νομίζω είναι σημαντικό, γιατί θα το κάνει πολύ πιο δύσκολο για τους διαδόχους του να προωθήσουν τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα ανά τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η ανησυχία ήταν ότι οι ΗΠΑ, στο όνομα της μάχης κατά του κομμουνισμού, θα υπερεκτείνονταν, με το Βιετνάμ ως το κλασικό παράδειγμα. Στη σημερινή εποχή, η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν έχει έναν αντίστοιχο προεξάρχοντα στόχο, με αποτέλεσμα ο μεγάλος κίνδυνος πλέον να είναι ο αντίθετος: ότι η Αμερική θα αναδιπλωθεί, θα περιορίσει υπερβολικά τη διεθνή της δραστηριότητα. Κάτι τέτοιο δημιουργεί ένα στρατηγικό κενό, κι αυτό δημιουργεί προβλήματα για χώρες όπως η Ελλάδα, που συμπεραίνουν ότι η απουσία των ΗΠΑ σημαίνει ότι πρέπει να ενισχύσουν τη δική τους παρουσία». Ο Τρούμποβιτς κάνει αναφορά με νόημα στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου: «Ξέρω ότι ήταν εορταστική, αλλά ήταν μία εντυπωσιακή επίδειξη!». 

Ρωσία και Πούτιν

Στο ζήτημα της Ρωσίας, οι αντιφάσεις της αμερικανικής πολιτικής αποκαλύφθηκαν εκ νέου προ ημερών, με τα συγχαρητήρια του προέδρου Τραμπ στον Βλαντιμίρ Πούτιν, τα οποία το επιτελείο του είχε επιχειρήσει να αποτρέψει. Ο Τραμπ, σημειώνει ο Τρούμποβιτς, είναι «σε άλλο μήκος κύματος» από τους συμβούλους του σχετικά με τη Μόσχα. Η έρευνα του ειδικού ανακριτή Ρόμπερτ Μιούλερ, ωστόσο, αποτελεί «εμπόδιο» στην κατεύθυνση της εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων.

Πώς κρίνει το εύρημα ότι οι Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι βλέπουν πιο θετικά τον Πούτιν σε σχέση με πριν από τρία χρόνια; «Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είναι πλέον το κόμμα του Τραμπ. Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η στροφή των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων τα τελευταία χρόνια στο θέμα του εμπορίου, υπέρ του εθνικισμού και του προστατευτισμού. Οταν ο Τραμπ επιτίθεται στην Κίνα ή στους μετανάστες, ή κατηγορεί τους συμμάχους των ΗΠΑ ότι λαθρεπιβατούν εις βάρος της χώρας, είναι θέσεις πολύ δημοφιλείς πλέον στο κόμμα». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ