ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Αναζητούσα δικαιολογίες. Ηθελα να επιστρέψω στη σκηνή μετά την αποχαιρετιστήρια περιοδεία του 2008. Οι πέντε δεκαετίες από το White rose of Athens στη Γερμανία ήταν μια αφορμή κι έπειτα τα 80 μου χρόνια. Τώρα ηχογράφησα το “Forever young” και κάνω παγκόσμια περιοδεία. Καλύτερα να είμαι όρθια και ας συμβεί ό,τι είναι να ’ρθει, παρά να περιμένω το μοιραίο με την αγκαλιά ανοιχτή».

Η Νάνα Μούσχουρη μιλάει στην «Κ», πιο σίγουρη και χαλαρή από την τελευταία μας συνέντευξη τέσσερα χρόνια πριν, όταν ένιωθε την ανάγκη να εξηγήσει στο κοινό την επιστροφή της, ζητώντας του «συγγνώμη που ξαναγύρισα».

Δεν έχει δύο ώρες που ήρθε με τον σύζυγο και παραγωγό της Αντρέ Σαπέλ στη Βουλιαγμένη. Ομολογεί ότι κουράζεται να πηγαινοέρχεται από τη Γενεύη στο Παρίσι και στην Αθήνα, αλλά συνεχίζει να δίνει συναυλίες. Μετρά πάνω από 10.000 παραστάσεις και περισσότερα από 350 εκατομμύρια άλμπουμ παγκοσμίως αυτά τα 60 χρόνια. Και, στα 84, το πήρε απόφαση. Δεν μπορεί να σταματήσει το τραγούδι. Σίγουρα το λέει η καρδιά της:

«Οταν σταμάτησα, είχα μια θλίψη, έλεγα τι θα κάνω, θα πεθάνω. Δεν ήθελα να ακούω μουσική, να βλέπω παραστάσεις. Είδα πώς είναι να κάθεσαι. Το τραγούδι “Forever young” του Μπομπ Ντίλαν με παρέσυρε να ηχογραφήσω τον 134ο δίσκο μου. Είναι ένα διδακτικό κομμάτι για να προσέχεις ώστε να είσαι πάντα νέος. Η άποψη του Αζναβούρ στο “Sa Jaunesse”, που επίσης τραγουδάω, είναι “γλέντα τα νιάτα σου, γιατί δεν τα ξαναβρίσκεις”». Λέει ότι τώρα νιώθει «τα χρόνια να περνούν γρήγορα. Πριν δεν προλάβαινα να μετρήσω. Τα νιάτα μου τα έζησα, είναι όσα δημιούργησα. Τώρα με πληγώνει που βλέπω συνοδοιπόρους να φεύγουν, όπως συνέβη με τον Λέοναρντ Κοέν».


Με τον Λέοναρντ Κοέν. «Μου θύμιζε τον Γκάτσο, ήταν μεγάλος ασκητής», λέει για τον ποιητή και τραγουδοποιό.

Ας αφήσουμε, όμως, τη Νάνα Μούσχουρη να τα πει η ίδια, δίχως τις ερωτήσεις που μεσολαβούν:

«Το κοινό καταλαβαίνει την ανάγκη μου να βρίσκομαι στη σκηνή. Αλλωστε, δεν προσπάθησα ποτέ να το θαμπώσω – δεν ήμουν, ούτε υποδύθηκα τη σταρ. Τους είπα ότι σταματώ, γιατί δεν είναι πια της ηλικίας μου, αλλά μου κόστισε. Ενιωθα απελπισία, θλίψη, αρρώστησα. Ισως αυτό μου έκανε καλό, γιατί με συντάραξε. Ενώ είχα μια περιπέτεια υγείας, αντιδρούσε το σώμα μου, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πότε θα γυρίσω στη σκηνή. Στη συναυλία που θα δώσω στο Ηρώδειο στις 5 Ιουλίου (μέρος των εσόδων θα διατεθεί για τους σκοπούς του Συλλόγου Φίλων Παιδιών με καρκίνο ΕΛΠΙΔΑ), θα μιλήσω για τους μύθους της ζωής μου αυτά τα 60 χρόνια. Ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Νίκος Γκάτσος, η Μελίνα ήταν η αρχή».


Η Νάνα Μούσχουρη μετράει 60 χρόνια στο τραγούδι, με περισσότερα από 350 εκατομμύρια άλμπουμ παγκοσμίως και πάνω από 10.000 παραστάσεις. Τώρα, στα 84 της χρόνια, κάνει παγκόσμια περιοδεία.

«Ομορφο αηδόνι»

«Νιώθω πιο απελευθερωμένη, αυτοσαρκάζομαι πια στις συναυλίες. Τους λέω ότι τώρα που είμαι μεγάλη, δεν μπορώ να κάνω βαθιά υπόκλιση, γιατί θυμάμαι τη Μάρλεν Ντίτριχ η οποία, σκύβοντας, έπεσε κάποτε στη σκηνή. Μοιραζόμασταν τον ίδιο ατζέντη τη δεκαετία του ’70 και εμφανιζόμασταν με μια ημέρα διαφορά στα ίδια θέατρα. Της άφηνα ένα μπουκέτο και μηνύματα θαυμασμού, και όταν προηγούνταν εκείνη, μου έγραφε με κραγιόν στον καθρέφτη του καμαρινιού: “Σ’ αγαπώ όμορφο αηδόνι”. Στο τελευταίο ρεσιτάλ της στο Παρίσι, πήγα να τη δω. Ανοιξε δρόμο ανάμεσα στο πλήθος έξω από το καμαρίνι της και μου είπε: ”Να ’σαι λοιπόν όμορφο αηδόνι!”».

«Ο Λέοναρντ Κοέν μου θύμιζε τον Γκάτσο, ήταν μεγάλος ασκητής. Ενα βράδυ της δεκαετίας του ’70 στον Καναδά ήρθε να με ακούσει. Μεταξύ των δυο παραστάσεων πήγαμε σπίτι του. Ζούσε σαν καλόγερος, καθίσαμε στην κουζίνα του, μου έβαλε να ακούσω μια κασέτα, συζητήσαμε για κάποια τραγούδια του. “Ισως πεινάς” μου ’πε κάποια στιγμή, κι έβγαλε μια παγωμένη πίτσα, αυτό είχε όλο κι όλο στο ψυγείο. Μια βραδιά του 1979 στο Λος Αντζελες ήρθαν με μια κοινή Ισραηλινή μας φίλη, τη Μάλκα Χίμελ, και μου είπε πως θα έφερναν και τον Μπομπ Ντίλαν. Θα έμενε για λίγο γιατί είχε κάποιο ραντεβού – μου το είπε και ο ίδιος όταν συστηθήκαμε. Στάθηκε στις κουίντες – ήταν αγρίμι ο Ντίλαν, δύσκολος. Ομως, στο διάλειμμα τον είδα ακόμα εκεί. Εμεινε έως το τέλος. Αργότερα συναντηθήκαμε όλοι σε ένα μικρό εστιατόριο. Με ρώτησε για τη χώρα μου, ποιες τραγουδίστριες αγαπάω. Του είπα για τη Μαρία Κάλλας, μάλλον δεν τη γνώριζε τότε. Πρόσθεσα την Ουμ Κουλσούμ. “Είναι η αγαπημένη μου”, είπε. Λίγες μέρες μετά, το είπε και σε μια συνέντευξή του στο Rolling Stone αλλά δίπλα της ανέφερε και το δικό μου όνομα. Ενιωσα υπερηφάνεια.

Ο Κοέν, ο Ντίλαν, η Μπαέζ, είναι η αγία τριάδα του τραγουδιού. Πρόσφατα, η Τζόαν ανακοίνωσε την παγκόσμια αποχαιρετιστήρια περιοδεία της. Θα πάω σίγουρα να τη δω, μάλλον στο Παρίσι. Ο χρόνος λαβώνει τη φωνή, κανένας δεν έχει τη φωνή που είχε, τη φρεσκάδα των πρώτων χρόνων. Και η δική μου φωνή έχει κατέβει, δεν είναι όπως παλιά. Ομως, έκανα καθημερινά ασκήσεις. Νιώθω πως, αν χάσω τη φωνή μου, θα πεθάνω. Αυτό που τραυματίζει πάνω απ’ όλα τη φωνή, είναι όταν χάσεις την αγάπη, τα ψυχολογικά προβλήματα. Οταν χωρίσαμε με τον πρώτο μου σύζυγο, τον Γιώργο Πετσίλα, έχανα την φωνή μου. Εκλεινε από τη στεναχώρια. Το μεγαλύτερο παράδειγμα ήταν η Κάλλας. Δεν νομίζω ότι έχασε τη φωνή της, αλλά ότι την είχε καταβάλει η θλίψη».


Με την Τζόαν Μπαέζ και τη Μελίνα Μερκούρη.

«Με τις μπότες»

«Το πώς χτίζεται ένα ρεσιτάλ το έμαθα από τον Χάρι Μπελαφόντε. Από τον Μισέλ Λεγκράν έμαθα πώς να ερμηνεύω δύσκολα τραγούδια και πώς να συνεργάζομαι με δύσκολους ανθρώπους. Οταν έκανα την εκπομπή μου στο BBC, μου τηλεφώνησε μια μέρα ο Ντέιβιντ Φροστ ζητώντας μου να πάω στο δικό του πρόγραμμα. Εκεί ήταν η Σίρλει Μπάσεϊ, ο Γκενσμπούργκ, ο Ροντ Στιούαρτ κ.ά. Λέγαμε πώς αντιμετωπίζει καθένας το κοινό. Ο Σερζ έλεγε “γυρίζω την πλάτη μου για να μην τους βλέπω”. Ο Ροντ “τους κοιτάζω στα μάτια”. Κάποια στιγμή έρχεται ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ με το Hey Jude, που είχαν μόλις γράψει με τους Μπιτλς.

Ο Φροστ του είπε “μάζεψε όλους τους τραγουδιστές που βρίσκονται στο ΒΒC”. Ημουν τυχερή. Κάθισε στο πιάνο και μας χρησιμοποίησε ως χορωδία στο ρεφρέν. Ξέρεις, ήμουν φοβητσιάρα στη ζωή, αλλά όταν ήταν για το τραγούδι, πήγαινα πάντα με τις μπότες».

«Δεν θα άλλαζα τίποτα απ’ όσα έζησα»

«Αν ξεκινούσα τώρα, δεν θα άλλαζα τίποτα απ’ όσα έζησα. Θα προσπαθούσα, όμως, να μην αφήνω τόσο πολύ μόνα τα παιδιά μου με την νταντά τους. Θα έκανα αυτό που γνώρισα από τη δική μου μητέρα και θαυμάζω σε κάποιες γυναίκες. Δεν ήταν μόνο οι επαγγελματικές υποχρεώσεις που με κρατούσαν μακριά τους, αλλά και ο φόβος ότι δεν ήξερα αρκετά για να τα μεγαλώσω. Με τον Γιώργο, τον πατέρα τους, είχαμε διαλέξει μια καλή νταντά, αλλά τα παιδιά παίρνουν από το πρόσωπο που τα μεγαλώνει. Η κόρη μου Λενού δεν επηρεάστηκε τόσο όσο ο γιος μου, ο Νικολά. Δεν μπορώ να γυρίσω τον χρόνο. Ξέρω, όμως, πως η μεγαλύτερη επιτυχία μου είναι τα δύο μου παιδιά και τα τρία μου εγγόνια».
​​
Η Νάνα Μούσχουρη θα βρίσκεται στις 17 και 19/4 στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου με πρωτοβουλία του World Human Forum, θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ «Sing you Song» για τη δράση του Χάρι Μπελαφόντε. Την πρώτη ημέρα θα υπάρξει απευθείας σύνδεση με τη Νέα Υόρκη, ώστε οι δύο παλιοί γνώριμοι να συνομιλήσουν μπροστά στο κοινό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ