ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η μοίρα –ως πανδαμάτωρ– έχει τις δικές της βουλές. Αν όλα είχαν κυλήσει όπως θα έπρεπε, αυτή η σελίδα της «Κ» θα ήταν αφιερωμένη στην –προγραμματισμένη για χθες– δημόσια συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών κατά την οποίαν θα γινόταν η επίσημη αποδοχή του Αγγέλου Δεληβορριά, τακτικού μέλους από το 2016.

Επειτα από πολλές δεκαετίες καθημερινού αγώνα για το Μουσείο Μπενάκη, από το οποίο έφυγε πριν από τέσσερα χρόνια, ο τίτλος αυτός θα είχε για εκείνον τη σημασία του συμβολικού δάφνινου στεφανιού της τελικής νίκης. Θα στόλιζε τα λευκά του μαλλιά, σηματοδοτώντας την ύψιστη αναγνώριση από την ελληνική πολιτεία για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα. Δυστυχώς, δεν πρόλαβε.  Ηδη από τη Μεγάλη Εβδομάδα είχε διακομιστεί στο νοσοκομείο με οξύ πνευμονικό οίδημα. Μεταφέρθηκε σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι έπρεπε να υποβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς. Η επέμβαση έγινε επιτυχώς. Παρά την πολυήμερη καταστολή, υπήρξαν ενθαρρυντικά δείγματα από τους γιατρούς. Δυστυχώς, άφησε χθες την τελευταία του πνοή σε ηλικία 81 ετών από λοίμωξη.


Στα εγκαίνια του Μουσείου Μπενάκη το 2000. 

Γράφω αυτές τις σειρές αδυνατώντας να πιστέψω πως δεν θα τον ξαναδώ, στο γραφείο του μέσα στη βιβλιοθήκη του υπογείου της Κουμπάρη. Σκυμμένος στα χαρτιά του, να καπνίζει μανιωδώς τσιγάρα slim, να φορά το τζιν του, μια ξεβαμμένη κόκκινη νιτσεράδα και ένα γαλάζιο πουκάμισο. Να νιώθει πως ο χρόνος δεν του φτάνει για τα πολλά που έχει να κάνει, λες και είχε ένα προαίσθημα. Πιο πολύ θα μου λείψουν πολλά μικρά πράγματα: πως όταν σου μιλούσε, σε κοιτούσε ολόισια στα μάτια και συχνά σε κρατούσε από το μπράτσο αν ήθελε να δώσει έμφαση σε κάτι. Τη θεατρικότητά του. Ο τρόπος που χρησιμοποιούσε τη γλώσσα μας, με τις λέξεις σοφά διαλεγμένες και τοποθετημένες τη μία δίπλα στην άλλη, σαν αρμολόι μάστορα. Τα λεπτά, μακριά του δάχτυλα και τα δαχτυλίδια με τους σφραγιδόλιθους, που στριφογύριζε όταν είχε αμηχανία. Τα γενναιόδωρα φιλιά και οι αγκαλιές όταν τύχαινε να σε δει ξαφνικά μπροστά του, όπως τις προάλλες στο εστιατόριο Φιλίππου που δειπνούσε με τη σύζυγό του Μαρία και φίλους και με πέτυχε. Κάποια στιγμή, εκείνη του έκανε μια μαλακή παρατήρηση, ψιθυριστή. Μάλλον για το τσιγάρο. «Ξέρεις πόσων χρόνων είμαι; Θα κάνω ό,τι θέλω», της είπε αυτός, με αυτές τις ξαφνικές εξάψεις εκνευρισμού που τον έκαναν κατακόκκινο και έπειτα από λίγο έβρισκε πάλι το χρώμα του.

Η υγεία του δεν τον ένοιαζε. Δεν τη λογάριαζε. Αυτό που τριβέλιζε συνέχεια το μυαλό του ήταν οι ομιλίες, οι υποχρεώσεις, οι εκκρεμότητες. Και αν από το Μουσείο Μπενάκη έφυγε από το τιμόνι, με πλήρες ημερολόγιο καταστρώματος, αισθανόταν πως η Σπάρτη και το αρχαιολογικό του έργο ήταν ημιτελή. Αυτό τον βασάνιζε. Είχα την τύχη να μου δώσει πολλές συνεντεύξεις μέσα σε 20 χρόνια. Και δυστυχώς την τελευταία του. Στη σειρά «Καταθέσεις Πολιτισμού» της Τραπέζης της Ελλάδος, στις 28 Μαρτίου του 2018. Το θέμα είχε να κάνει με τη γενιά του ’30, για την οποίαν έκανε μια πραγματική κιβωτό: το Μουσείο της Κριεζώτου. Πρώτη φορά τον είδα καταβεβλημένο πνευματικά. Το θέμα της Σπάρτης επανερχόταν σαν μια ανοιχτή πληγή που έπρεπε να φροντίσει. Ηταν ένας άνθρωπος του καθήκοντος και παρά το ότι εργάστηκε εξοντωτικά επί τέσσερις δεκαετίες –κάθε μέρα, χωρίς Κυριακή ή σχόλη– πίστευε ότι ως αρχαιολόγος δεν ασχολήθηκε όσο έπρεπε με την επιτόπια του έρευνα.


Στην πρώτη του ανασκαφή ως φοιτητής στη Θράκη. 

Θα μου λείψει και για κάτι ακόμη. Ανήκω σε μια γενιά δημοσιογράφων που το επάγγελμά μας είχε ένα τεράστιο προνόμιο: τη μαθητεία κοντά σε σπουδαίους ανθρώπους. Ο Δεληβορριάς ήταν, κατά κάποιον τρόπο, δάσκαλός μου. Χωρίς να το επιδιώκει, ακτινοβολούσε γνώση, ήθος, αγάπη για την πατρίδα. Στα μετέδιδε με το βλέμμα, με τις πράξεις, με το έμπρακτο παράδειγμα του βίου του. Και αισθάνομαι απόλυτα τυχερή που τον γνώρισα, τον συναναστράφηκα και έμαθα τόσο πολλά πράγματα, σαν το πιο ακριβό μάθημα στη ζωή. Η κηδεία του θα γίνει την Παρασκευή στις 2 μ.μ. δημοσία δαπάνη, στο Α΄ Νεκροταφείο.

Καλό ταξίδι, αγαπημένε μας Αγγελε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ