Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Το εθνικό μας εκκρεμές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στη δημόσια ζωή οι εκκρεμότητες, είτε αφορούν τη διαχείριση απορριμμάτων είτε την επίλυση προβλημάτων της εξωτερικής πολιτικής, μαρτυρούν τη μεγάλη αδυναμία μας να αξιολογούμε τα υπέρ και τα κατά μιας απόφασης και να συμβιβαζόμαστε με ό,τι είναι πιο εφικτό και πιο λειτουργικό. Αναζητώντας το τέλειο που πιστεύουμε ότι μας αξίζει, αναπολώντας το τέλειο που πιστεύουμε ότι κάποιοι μας στέρησαν, δεν τολμάμε να συμβιβαστούμε με ό,τι μπορούμε να πετύχουμε στο παρόν. Αποφεύγουμε την ευθύνη, ανάγοντας την ατολμία σε αρετή, ενώ τιμάμε την τόλμη των προγόνων μας.

Αυτή είναι, ασφαλώς, μια γενίκευση, αλλά είναι πολλά τα παραδείγματα στην καθημερινότητα όπου φαίνεται η προτίμησή μας να αφήνουμε μια κακή κατάσταση να χρονίζει ενώ πολεμάμε με πάθος τις προσπάθειες να θεσπιστεί λύση. Ανθρωποι που συνήθισαν να βλέπουν σκουπίδια σε δρόμους, σε βουνοπλαγιές και χαράδρες, μάχονται εναντίον μονάδων υγειονομικής ταφής· άνθρωποι που ζουν από τον τουρισμό, πουλώντας ήλιο και θάλασσα, προτιμούν να ρίχνουν ακατέργαστα λύματα στη θάλασσα παρά να χτίζουν βιολογικό καθαρισμό. Με παρόμοιο τρόπο, αδυνατούμε να διευθετήσουμε προβλήματα με γειτονικές χώρες που δεν θα μας εξασφαλίζουν τα πάντα. Και ας ζούμε με το τίμημα της μη λύσης.

Είτε μολύνουμε τη γη και τη θάλασσά μας είτε αφήνουμε τους βόρειους γείτονες να κερδίσουν τη διεθνή αναγνώριση ως «Μακεδονία» καθώς περνούν δεκαετίες χωρίς λύση, παραμένουμε παγιδευμένοι μεταξύ του πόθου για θριάμβους και τον φόβο για ήττες. Εάν είναι κάποιος χωριανός να θιγεί από την εγκατάσταση μονάδας βιολογικού καθαρισμού, δεν εξασφαλίζεται με κάθε τρόπο η ουσιαστική αποζημίωσή του ώστε να προχωρήσει το συλλογικό καλό, αλλά το ζήτημα αφήνεται στην τύχη του καθώς θα σέρνεται στα δικαστήρια για δεκαετίες. Ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής είναι, ασφαλώς, πιο σημαντικά και πιο πολύπλοκα –όπου η όποια λύση μπορεί να γεννήσει νέα προβλήματα– αλλά υπάγονται και αυτά στη λογική ότι είναι προτιμότερο να μένει το πρόβλημα άλυτο παρά να δυσαρεστηθούν κάποιοι με μια λύση που ίσως να μην είναι αυτή που μάθαμε να θέλουμε.

Αιτία για τέτοια συμπεριφορά είναι, μάλλον, όλο το ιστορικό φορτίο που κουβαλάμε ως έθνος. Ή τουλάχιστον όπως αυτό διαμορφώθηκε πριν φθάσει σε εμάς. Η κληρονομιά αυτή μας αφορά στο προσωπικό και στο συλλογικό επίπεδο. Είναι κοινός τόπος ότι η Μεγάλη Ιδέα έσβησε το 1922 με την καταστροφή της Σμύρνης και την εκρίζωση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Ασφαλώς, λίγοι εχέφρονες πιστεύουν ακόμη ότι οι Ελληνες θα μπορούσαν να καταλάβουν και να κρατήσουν την Κωνσταντινούπολη, αλλά η ανάγκη που γέννησε τη Μεγάλη Ιδέα και οι πληγές που άφησε πίσω η ήττα υπάρχουν ακόμη. Ο Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος έριξε τον σπόρο για την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων εκτός του νεοσύστατου και μικρού κράτους, ανταποκρινόταν σε μια πραγματική ανάγκη να ενωθούν τα σκόρπια μέρη του Ελληνισμού. Αναγνώριζε, όμως, και κάτι βαθύτερο: εάν οι πολίτες της Ελλάδας –με τις τόσες πολλές και μεγάλες διαφορές μεταξύ τους– ήταν να ενωθούν σε ένα έθνος, θα ήταν στην υπηρεσία ενός σπουδαίου στόχου που θα τους έκανε να υπερβούν τις μεταξύ τους τριβές. Γι αυτό και η Μεγάλη Ιδέα κυριάρχησε στην πολιτική σκέψη για τόσα χρόνια. Επειδή υπήρχε ανάγκη να ελευθερωθούν κι άλλοι Ελληνες αλλά και επειδή οι ελεύθεροι Ελληνες είχαν έναν στόχο που, καθώς θα «επούλωνε» και θα εκδικείτο το τραύμα των αιώνων σκλαβιάς, θα εξασφάλιζε και ένα μέλλον πολύ λαμπρότερο από το δύσκολο παρόν.

Το πρόβλημα δεν ήταν ότι κάποια στιγμή η Μεγάλη Ιδέα θα οδηγούσε στη συντριβή. Αυτό δεν ήταν προδικασμένο έως τις μέρες που οι Τούρκοι άρχισαν τη δική τους –και αρκετά ρηξικέλευθη– αναγέννηση χωρίς τη συμμετοχή της ίδιας της κυβέρνησής τους. Το πρόβλημα ήταν ότι οι ηγέτες των Ελλήνων έκαναν ολέθρια λάθη. Δεν θα μπούμε στη συζήτηση για τις επιλογές και τις πρακτικές τους, αλλά φαίνεται ότι ουδείς ήταν σε θέση να τιθασεύσει το λαϊκό αίσθημα και να επιχειρήσει την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος και όχι του απόλυτου θριάμβου. Ισως ήταν καταδικασμένος ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, έτσι κι αλλιώς, όπως έδειξε και η εκδίωξη των Ελλήνων της Πόλης μέσα σε λίγες δεκαετίες, αλλά η στρατιωτική συντριβή και τα χειρότερα επακόλουθα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Οπως και να είναι, η ήττα άφησε βαθιά πληγή, ανάλογη με αυτή της Αλωσης τόσους αιώνες πριν. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η συνεχής τριβή στα ελληνοτουρκικά ζητήματα επιβεβαιώνουν συνεχώς το αίσθημα απειλής και απώλειας που μας κάνει καχύποπτους για όποια διευθέτηση σημερινών προβλημάτων.

Σε προσωπικό επίπεδο, επειδή πιστεύουμε ότι εάν δεν είμαστε σε συνεχή εγρήγορση θα γίνουμε θύματα κάποιου άλλου –του γείτονα, του αδελφού, του κράτους κ.λπ.–, δυσκολευόμαστε να δεχθούμε συμβιβασμούς. Αυτή η αίσθηση της αδικίας χρωματίζει κάθε παράπονο και οπλίζει το χέρι κάθε ακραίου. Και όσο η πολιτεία η ίδια δεν μπορεί να φανεί δίκαιη, παρούσα και άτεγκτη, οι πολίτες θα παραμένουν καχύποπτοι και φοβισμένοι. Οσο οι πολίτες ενώνονται μέσα από ιστορίες για χαμένα μεγαλεία και το παρόν παγιδεύεται μεταξύ του πόθου για το απόλυτο και τον φόβο της ήττας, τόσο δυσκολευόμαστε να δεχθούμε την ευθύνη για λύσεις. Ο κάθε πολίτης ας κάνει ό,τι μπορεί· όσοι τολμούν να ζητούν την ψήφο μας, όμως, ας τολμήσουν και να κυβερνήσουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ