ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μεταρρυθμίσεις και «ψαλίδι» σε φορολογικές εξαιρέσεις για να γίνει βιώσιμο το χρέος

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Περαιτέρω αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης, αλλά και κατάργηση των κάθε λογής φορολογικών εξαιρέσεων εισηγείται ο ΟΟΣΑ, προκειμένου να επιταχυνθεί ο ρυθμός ανάπτυξης, να ενισχυθούν τα δημοσιονομικά έσοδα, αλλά και να καταστεί βιώσιμο μακροπρόθεσμα το χρέος.

Στο 2% τοποθετεί ο ΟΟΣΑ τον ρυθμό ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία φέτος, κάτω από το 2,3% της κυβερνητικής πρόβλεψης, αν και κάνει λόγο για επιστροφή σε τροχιά ανάπτυξης. Ομως, ο οργανισμός, που παρουσίασε την έκθεσή του προχθές, παρουσία του γενικού του γραμματέα Ανχελ Γκουρία στην Αθήνα, υποστηρίζει ότι μια σειρά από μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να ενδυναμώσουν σημαντικά το ΑΕΠ στο μέλλον.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έκθεση, μια αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης κατά 4 χρόνια έως το 2030 (αντί της δρομολογημένης αύξησης 3 ετών για να φτάσει τα 65 χρόνια έως το 2030) θα ενισχύσει το ΑΕΠ κατά 10,4 μονάδες (αντί των 7,5 της δρομολογημένης αύξησης).

Ακόμη μεγαλύτερη (25,6 μονάδες, έναντι 14,7 από τις ήδη δρομολογημένες μεταρρυθμίσεις) θα είναι η επίδραση του εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης και της Δικαιοσύνης για να φτάσει ο δείκτης απονομής δικαιοσύνης στα επίπεδα του ΟΟΣΑ έως το 2030. Επίσης προτείνονται νέες μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων (για να φτάσουν στο μεταρρυθμιστικό επίπεδο του Βελγίου έως το 2020), καθώς και αύξηση των οικογενειακών επιδομάτων (ώστε να φτάσουν στον μέσον όρο της Ε.Ε. έως το 2025). Συνολικά, οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει ο οργανισμός θα ενισχύσουν το ΑΕΠ κατά 46,1 μονάδες έως το 2060 (σχεδόν 100 δισ.), έναντι 25,4 μονάδων που προβλέπεται να ενισχυθεί ούτως ή άλλως με τις δρομολογημένες μεταρρυθμίσεις.

Αν υλοποιηθούν αυτές οι μεταρρυθμίσεις, το χρέος μπορεί να περιοριστεί στο 100% του ΑΕΠ το 2060, ενώ, αν υπάρξει και νέα ελάφρυνση χρέους, κυρίως με κλείδωμα χαμηλών επιτοκίων, αυτό μπορεί να υποχωρήσει κάτω από 80% του ΑΕΠ (έως 60% του ΑΕΠ, ανάλογα με τις παρεμβάσεις). Διαφορετικά, ύστερα από μια μικρή κάμψη στο 120% του ΑΕΠ θα επανέλθει στο 140% του ΑΕΠ το 2060, λόγω υψηλού κόστους αναχρηματοδότησης. Τα σενάριά του βασίζονται σε πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% έως το 2022 και 2,2% από το 2023 έως το 2060.

Μεταρρυθμίσεις προτείνει ο ΟΟΣΑ και στο φορολογικό σύστημα, επισημαίνοντας ότι μέχρι στιγμής «εξακολουθεί να βασίζεται σε υψηλούς συντελεστές και περιορισμένη φορολογική βάση, κυρίως εξαιτίας της φοροδιαφυγής, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη και προκαλώντας ανισότητες». Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι φορολογικοί συντελεστές είναι τώρα υψηλότεροι από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά η συλλογή φόρων είναι χαμηλότερη ως ποσοστό του ΑΕΠ. Για παράδειγμα, το 2015, το ποσοστό είσπραξης ΦΠΑ ήταν στα 2/3 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, λόγω χαμηλών εισπράξεων, αλλά και λόγω μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ και εξαιρέσεων. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη χειρότερη θέση μετά το Μεξικό και την Ιταλία.

Η έκθεση επικαλείται τα καζίνο και τα γραφεία στοιχημάτων, τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και τις τηλεοπτικές, αλλά και τα ξενοδοχεία (συντελεστής 13%). Σημειώνει, πάντως, ότι η διεύρυνση της φορολογικής βάσης είναι πιο φιλική προς την ανάπτυξη από την αύξηση των συντελεστών και με αυτή την έννοια τάσσεται υπέρ της μείωσης του αφορολογήτου.

Ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι, αν κοπούν οι εξαιρέσεις από τον ΦΠΑ και αυξηθεί η συλλογή του ώστε να φτάσει το 90% του αντίστοιχου ποσοστού το ΟΟΣΑ έως το 2030, θα αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα κατά 1,25% του ΑΕΠ έως το 2030, ενώ, αν κοπούν και οι υπόλοιπες φορολογικές εξαιρέσεις (π.χ. από τη φορολογία καυσίμων και τη φορολογία κερδών), θα ενισχυθούν περαιτέρω κατά 0,68% του ΑΕΠ. Συνολικά, δηλαδή θα ενισχυθούν τα έσοδα κατά περίπου 4 δισ. ευρώ.

«Η περιπλοκότητα του φορολογικού συστήματος και η ασθενής, αν και βελτιούμενη, φορολογική διοίκηση αποθαρρύνουν τη συμμετοχή στην επίσημη οικονομία και οδηγούν σε χαμηλά ποσοστά φορολογικής συμμόρφωσης», επισημαίνει η έκθεση. Κατά τον ΟΟΣΑ, τη δημιουργία της ανεπίσημης οικονομίας, που μπορεί να ξεπερνά το 25% σύμφωνα με εκτιμήσεις (μελέτη Μπιτζένη), διευκολύνει σημαντικά η εκτεταμένη χρήση μετρητών. Εκτιμάται ότι πάνω από το 40% του εισοδήματος των αυτοαπασχολουμένων (μελέτη Αρταβάνη) δεν δηλώνεται. Η άτυπη οικονομία μπορεί να αυξήθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της κρίσης, σημειώνει ο οργανισμός, προσθέτοντας ότι, αν δεν είχε συμβεί αυτό, δεν θα είχε χρειαστεί να αυξηθούν τόσο οι συντελεστές φορολόγησης.

Για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής κρίσιμη είναι η αύξηση του ποσοστού των πληρωμών χωρίς μετρητά, αναφέρει ο ΟΟΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ