Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Σώτη Τριανταφύλλου: Δίκες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Η Σώτη Τριανταφύλλου δεν είναι δεσπότης, ούτε υπουργός. Δεν είναι φορέας δημόσιας εξουσίας, ούτε παρότρυνε κάποιον σε πράξη βίας. Η περίπτωσή της δεν είναι όμοια με την περίπτωση του μητροπολίτη που καλούσε σε «φτύσιμο» των ομοφυλοφίλων – και ας δικάστηκαν και οι δύο με το ξέχειλο γράμμα του ίδιου νόμου.

Στην περίπτωση του δικού της λόγου δεν υπήρχε καν «θύμα». Δεν υπήρχε παθών, όπως υπήρχε, ας πούμε, στον –καθόλου ρατσιστικό– λόγο του υπουργού που ζητούσε από τους αγανακτισμένους πολίτες να λιντσάρουν έναν πολιτικό του αντίπαλο.

Η Τριανταφύλλου δικάστηκε και αθωώθηκε χθες για ένα άρθρο της, χωρίς να την έχει μηνύσει κάποιος επειδή αισθάνθηκε απειλημένος ή θιγμένος. Διώχθηκε αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνον αφότου την είχαν ακτιβιστικά καταγγείλει για –αρθρογραφική– προσβολή της δημόσιας τάξης.

Η αθώωσή της έχει σημασία. Ιση σημασία, όμως, έχει και το γεγονός ότι μια τέτοια υπόθεση έφτασε να απασχολήσει τα ελληνικά δικαστήρια.

Εχει σημασία ότι σε ένα περιβάλλον ολοένα και πιο αχαλίνωτης έκφρασης –σε έναν ψηφιακό ωκεανό φανατισμού, προκατάληψης και κανιβαλικού μίσους– αναπτύσσεται ταυτόχρονα και ένα αντίρροπο απαγορευτικό ρεύμα. Ενα ρεύμα το οποίο καταπίνει τον ωκεανό και διυλίζει ιεραποστολικά τις αράδες των εντύπων με σκοπό να υπαγάγει στην ύλη των δικαστηρίων ό,τι δεν προσαρμόζεται στις δογματικές και αισθητικές του προδιαγραφές. Αντί να επιδιώκει να απαντήσει στον λόγο που θεωρεί επικίνδυνο, ζητάει μόνο την τιμωρία του.

Ετσι και στην περίπτωση της Τριανταφύλλου: Κανείς δεν θυμάται πια ότι το θέμα ήταν αν το Ισλάμ είναι ή δεν είναι «ιδεολογία εκβαρβαρισμού», αν οι μουσουλμάνοι πρέπει ή δεν πρέπει να ενσωματώνονται στο πολιτισμικό κεκτημένο των δυτικών κοινωνιών εντός των οποίων ζουν. Η ποινικοποίηση σκότωσε τη συζήτηση.

Εχει σημασία η αθώωση. Αλλά μεγαλύτερη ίσως σημασία έχει ότι έφτασε να διώκεται ποινικά μια συγγραφέας που, πολύ πριν απασχολήσει τους εισαγγελείς, είχε υποστεί λαϊκά δικαστήρια για τις απόψεις της. Μεγαλύτερη σημασία έχει ότι η ενατένιση για τη δεοντολογία του ορθού λόγου εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον όπου η βία δεν είναι καθόλου «φραστική». Καθόλου «συμβολική».

Στον βρασμό της κρίσης, η εφημερίδα στην οποία αργότερα δημοσιεύτηκε το άρθρο της Τριανταφύλλου είχε πυρποληθεί. Η ίδια είχε προπηλακιστεί και de facto αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σπίτι της.

Μονοκόμματος, οξύς, μπορεί υπερβολικός, μπορεί προβοκατόρικος – όλα αυτά θα μπορούσαμε να τα συζητάμε για τον λόγο της Τριανταφύλλου. Για τη στάθμη της ελευθερίας του λόγου, όμως, θα είχε ίσως μεγαλύτερη αξία να αναρωτηθούμε αν η Σώτη μπορεί σήμερα να ζήσει, όπως ζούσε κάποτε, στα Εξάρχεια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ