ΒΙΒΛΙΟ

Γεράσιμος Βλάχος ο Κρης

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Το Μεγάλο Τζαμί των Βρυξελλών. Εκεί που η Δυτική Ευρώπη πίστευε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς της με τις θρησκείες, υποχρεώνεται τώρα, με τη δυναμική επανεμφάνιση του Ισλάμ, να τους ξανανοίξει.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​πρώτη συνάντηση του Ισλάμ με τον Χριστιανισμό πραγματοποιείται μέσα στο ίδιο το Κοράνι, κατάφορτο καθώς είναι με πρόσωπα, ιδέες και αξίες της Γραφής. Η συνάντηση αυτή μένει έκτοτε αδιάκοπη και γίνεται με όλους τους τρόπους, ειρηνικούς και αιματηρούς. Εγινε και διά της γραφίδος. Η σχετική ελληνόγλωσση γραμματεία είναι πλούσια, από τον Ιωάννη Δαμασκηνό και τον Νικήτα Βυζάντιο μέχρι, κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό, Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο, Γρηγόριο Παλαμά, Ιωσήφ Βρυέννιο, και άλλους. Παρόμοια έργα θα αρχίσουν να γράφονται και ευθύς μετά την οθωμανική κατάκτηση, με πρώτο πρώτο τον Σχολάριο, και θα συνεχιστούν σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Σήμερα έχουμε πολλά εργαλεία για να παρακολουθήσουμε τη σχέση αυτή, ανάμεσα στα οποία και το πολύτομο Christian-Muslim Relations. A Bibliographical History (Brill, 2009 και εξής), ξεχωριστή σειρά στο πλαίσιο ευρύτερου έργου, με κύριο υπεύθυνο τον David Thomas.

Ο δέκατος τόμος αυτής της βιβλιογραφικής εξιστόρησης, που εκδόθηκε το 2007, είναι αφιερωμένος στον 17ο αιώνα, και οι σελίδες 271-281, στον Γεράσιμο Βλάχο, όπου διαβάζουμε (σ. 272): «Ανάμεσα στα ανέκδοτα έργα του Γερασίμου Βλάχου είναι και μια πραγματεία εναντίον των Εβραίων όσο και εναντίον των μουσουλμάνων και του Ισλάμ υπό τον τίτλο “Περί της του Μωάμεθ θρησκείας και κατά Τούρκων”. Γράφτηκε πριν από το 1671 και συμπεριλαμβάνεται στο κώδικα 191 [πρόκειται στην πραγματικότητα για τον κώδ. 213] που απόκειται στη Μονή Ξενοφώντος στο Αγιον Ορος (βλ. Μ. Ι. Μανούσακας “Δύο άγνωστα έργα του Γερασίμου Βλάχου εις αγιορειτικόν κώδικα”, Κρητικά Χρονικά, 8, 1954). Το ακριβές περιεχόμενο του χειρογράφου απαιτεί πρόσθετη έρευνα».

Σήμερα κρατάμε το βιβλίο στα χέρια μας: Γερασίμου Βλάχου του Κρητός (1607-1685), μητροπολίτου Φιλαδελφείας, «Περί της του Μωάμεθ θρησκείας και κατά Τούρκων», κριτική έκδοση, εισαγωγή και σχόλια Αστέριος Αργυρίου, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών (ΕΚΙΜ), Ηράκλειο 2017. Η έκδοση κειμένων, ειρήσθω εν παρόδω, που δεν μπορούν –και δικαίως– να τα εκδώσουν οι εμπορικές εκδοτικές εταιρείες αποτελεί κύρια εκδήλωση της αποστολής των ερευνητικών ιδρυμάτων και επιστημονικών εταιρειών. Τα έργα του Βλάχου, για παράδειγμα, όσα δεν έχουν χαθεί ή δεν λανθάνουν, περιμένουν ακόμη τον κριτικό εκδότη τους. Η ΕΚΙΜ, πάντως, εκπληρώνει αξιέπαινα αυτή την αποστολή.

Ο Βλάχος στην εν λόγω πολεμική πραγματεία του παρουσιάζει, με πλήθος παραθέματα από το Κοράνι και άλλα μουσουλμανικά έργα, την ισλαμική θρησκεία ως παραληρηματική ανοησία. Οταν διαβάζουμε ένα αντιρρητικό ή πολεμικό κείμενο, το κρίσιμο ιστορικό ερώτημα που έχουμε να απαντήσουμε είναι τι ακριβώς επιδιώκει ο συγγραφέας του, ποιος είναι ο στόχος του, ποιο ακριβώς είναι το επίδικο ζήτημα, σε ποιον απευθύνεται. Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι τόσο εύκολα όσο εκ πρώτης όψεως φαίνονται. Ο μη εξοικειωμένος με τη σχετική, κάθε είδους, αντιρρητική γραμματεία θα μπορούσε να πει ότι η επιδίωξη και ο στόχος διατυπώνονται ήδη στον τίτλο των κειμένων αυτών. Δεν είναι, όμως, ακριβώς έτσι, ή μάλλον δεν είναι καθόλου έτσι. Οπως καλά γνωρίζουμε από την αντιιουδαϊκή γραμματεία, που αποτελεί και το πρότυπο για κάθε άλλη, σφοδρά αντιιουδαϊκά κείμενα εξακολουθούν να γράφονται επί αιώνες μετά τη θρησκευτική και πολιτική ήττα του Ιουδαϊσμού, και μάλιστα σε περιοχές όπου δεν ζουν Εβραίοι. Για ποιο σκοπό, τι επιδιώκουν;

Το ερώτημα τίθεται και για την πραγματεία του Γερασίμου Βλάχου. Σύμφωνα με τον εκδότη της, η πραγματεία γράφεται τους πρώτους μήνες ή τον πρώτο χρόνο μετά την πτώση του Χάνδακα (Σεπτέμβριος 1669), γι’ αυτό και πιθανολογεί ο Αστέριος Αργυρίου ότι «στόχευε πρωτίστως στην αναχαίτιση των εξισλαμισμών». Οποια και αν ήταν η επιδίωξη, το έργο καθ’ εαυτό είναι ασήμαντο και έμεινε χωρίς απήχηση. Σε μια ιστορική προσέγγιση, όμως, ακόμη και τα ασήμαντα έργα μπορεί να περιέχουν σημαντικά στοιχεία. Το μεγάλο ενδιαφέρον του εν λόγω έργου είναι, όπως σωστά επισημαίνει ο Αργυρίου, οι πηγές του: Petrus Venerabilis, ηγούμενος του Κλινί, υπό την αιγίδα του οποίου εκπονήθηκε η λατινική μετάφραση του Κορανίου που χρησιμοποιεί ο Βλάχος, καρδινάλιος Νικόλαος Κουζάνος, Theodor Buchmann, άλλως Bibliander, προτεστάντης θεολόγος της Ζυρίχης. Οπως καταδεικνύει ο Αργυρίου, ο Βλάχος γράφει το κείμενό του, έχοντας διαρκώς ανοιχτό δίπλα του το «Machumetis Saracenorum principiis…» (1543, 1550) του Bibliander. Ο ομολογιακά αφανάτιστος Βλάχος δεν έχει κανέναν δισταγμό να αντλεί από τη λατινική Δύση.

Η αδιάκοπη συνάντηση του ισλαμικού με τον χριστιανικό κόσμο έχει πάρει στις μέρες μας τραγική τροπή. Ο διάλογος, ωστόσο, ανάμεσά τους δεν διακόπηκε, άλλαξε όμως εντελώς περιεχόμενο. Είναι ένας διάλογος ουσιαστικά πολιτικός. Δεν απασχολούν κανέναν πια τα ερωτήματα που απασχόλησαν άλλοτε, για τον Μωάμεθ και τον Χριστό, τον μονοθεϊσμό, την τριαδικότητα, την άλλη ζωή. Σημεία των καιρών. Το ερώτημα σήμερα είναι ουσιαστικά ένα: πόσο συμβατό είναι το Ισλάμ με τη δημοκρατία. Ο,τι και αν συζητούμε ανάγεται εντέλει σε αυτό το ερώτημα: είτε για δικαιώματα είναι ο λόγος, είτε για τη θέση της γυναίκας και τη μαντίλα, είτε για την τζιχάντ, είτε για την ανέγερση τζαμιών στις πόλεις της Ευρώπης, ουσιαστικά συζητάμε για τη σχέση του Ισλάμ και τη δημοκρατία. Στον διάλογο μετέχουν κυρίως πολιτικοί στοχαστές, ειδικοί των διεθνών σχέσεων, φιλόσοφοι και λιγότερο θεολόγοι.

Η Δυτική Ευρώπη κουβαλάει μια τραυματική μνήμη, τη μνήμη των θρησκευτικών πολέμων. Χύθηκε πολύ αίμα στα εδάφη της λόγω των θρησκειών. Και εκεί που πίστευε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς της με τις θρησκείες υποχρεώνεται τώρα, με τη δυναμική επανεμφάνιση του Ισλάμ, που επανασυνδέει τη θρησκεία με τον φανατισμό και τη βία, να τους ξανανοίξει. Δύο είναι οι ακραίοι πόλοι της σχετικής συζήτησης. Στον ένα πόλο τοποθετούνται όσοι πιστεύουν ότι το Ισλάμ είναι ασύμβατο προς την ευρωπαϊκή δημοκρατία εγγενώς, λόγω δηλαδή της ίδιας της κορανικής διδασκαλίας και της ερμηνείας της, αλλά και του τρόπου της αρχικής διάδοσής του.

Στον άλλο πόλο, όσοι πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως εγγενής αδυναμία των μουσουλμάνων να αποδεχθούν τις δημοκρατικές αξίες, όπως δεν υπήρχε και στον Χριστιανισμό, που του πήρε ωστόσο σχεδόν δύο αιώνες μετά τη Γαλλική Επανάσταση για να συμφιλιωθεί πλήρως με την ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Το αξιοσημείωτο σε αυτό το δίπολο είναι πως οι πρώτοι, οι οποίοι θεωρούν ασύμβατο, και άρα απειλητικό, το Ισλάμ προς τη δημοκρατία, είναι στην πλειονότητά τους εκείνοι που πιστεύουν λιγότερο σε αυτή ή ακόμη που την εχθρεύονται ανοιχτά, δηλαδή οι απανταχού ανερχόμενοι ακροδεξιοί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ