Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιώργος Παπανδρέου: Πρόσημα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αν ο Θανάσης Θεοχαρόπουλος, υπερτομεάρχης του Κινήματος Αλλαγής για τον Aθλητισμό, τον Πολιτισμό και τα Νιάτα, συναντιόταν, ας πούμε, με τον σκιώδη ομόλογό του, τον υπουργό Παιδείας, τι θα λέγαμε; Θα λέγαμε μήπως ότι το κάνει αδιαφορώντας για τη συγκυρία και για τους ακούσιους συμβολισμούς που η κυβερνητική πλευρά θα έσπευδε να εκμαιεύσει από τη συνάντηση; Μάλλον, όχι.

Οταν, όμως, ο υπερτομεάρχης Εξωτερικών και Αμυνας του Κινήματος Αλλαγής συναντάται με τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στις πολιτικές και μικροπολιτικές συμπαραδηλώσεις. Κανείς εκτός από τον ίδιο τον υπερτομεάρχη και τους πολιτικούς του φίλους, που επέμεναν ότι ο Γιώργος Παπανδρέου πήγε στον Τσίπρα κρατώντας μόνο το κομματικό του χαρτοφυλάκιο.

Πήγε, σύμφωνα με εκδοχή, για να μοιραστεί θεσμικώς την αγωνία του για τα εθνικά θέματα και για να μην μπορεί κανείς εκ των υστέρων να του πει ότι δεν τη μοιράστηκε – κι ας θυμάται ότι ο συνομιλητής του είναι το ίδιο πρόσωπο που κάποτε κερδοσκοπούσε πολιτικά αποκαλώντας τον «Πινοσέτ».

Είτε ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός το συνειδητοποιεί είτε προσήλθε σε αυτές τις συναντήσεις εν πλήρει αθωότητι, το Μαξίμου, όπως ήταν αναμενόμενο, έσπευσε να βγάλει από τη μύγα φουά-γκρα. Δεν χρειάστηκε καν να προσπαθήσει να «συσκευάσει» αφηγηματικά τη διαθεσιμότητα του ΓΑΠ στη φιλολογία περί «προοδευτικού τόξου» – που πρέπει να ετοιμαστεί και να περιμένει τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποκολληθεί από τους ΑΝΕΛ για να ξαναβρεί τα παροπλισμένα του «πρόσημα». Το ίδιο το γεγονός της συνάντησης προσαρτήθηκε αυτομάτως στην αλληλουχία των κινήσεων υπονόμευσης της γραμμής για «εκλογές τώρα» της Φώφης Γεννηματά.

Αυτόν τον κίνδυνο διέγνωσε σε δεύτερο χρόνο και το επιτελείο του Παπανδρέου και έσπευσε να ζητήσει ραντεβού και από τον πρόεδρο της Ν.Δ., προκειμένου να αμβλύνει τις εντυπώσεις.

Η Χαριλάου Τρικούπη απέφυγε να αντιμετωπίσει τον πρώην πρωθυπουργό σαν πρόθυμο για σύγκλιση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Το χθεσινό «ώς εδώ» της Γεννηματά προς εκείνους που «θολώνουν το στίγμα» του νέου φορέα δεν απευθυνόταν στον ΓΑΠ. Προτιμήθηκε έτσι σιωπηρά η εκδοχή της ανεπίγνωστης ζημίας. Προτιμήθηκε, προφανώς, για να μη διαταραχθεί η πιο σταθερή από τις εσωκομματικές συμμαχίες που συνέχουν τον νέο φορέα.

Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: Εχει το Κίνημα Αλλαγής την πολυτέλεια να δίνει επικοινωνιακές ανάσες σε μια κυβέρνηση της οποίας την αποχώρηση ζητάει «εδώ και τώρα»; Εχει λόγο να τη βγάζει από το τοξικό οχυρό που η ίδια έχει υψώσει γύρω από τον εαυτό της, δίνοντάς της αφορμές για δημόσιες σχέσεις; Η απάντηση που επικαλείται τον θεσμικό καθωσπρεπισμό ζητάει να μην αντιμετωπίζεται κάθε κίνηση προς την κυβέρνηση ως «φιλοσυριζαϊκή». Ως τέτοια, όμως, σπεύδει κάθε φορά να την αξιοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Χρησιμοποιεί ανηλεώς όσους αφήνονται να χρησιμοποιηθούν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ