Τα χρυσά γράμματα που συλλαβίζουν το επίθετο του Αμερικανού προέδρου στην είσοδο του Trump Tower προσελκύουν τους περαστικούς της 5ης Λεωφόρου του Μανχάταν. Οι πάνοπλοι αστυνομικοί τούς παρακολουθούν σιωπηλά καθώς βγαίνουν σέλφις σε απίθανες στάσεις και με μια γκάμα άσεμνων χειρονομιών. Δίπλα στον ουρανοξύστη η βιτρίνα του οίκου Γκούτσι έχει ντυθεί με ένα πανό που τραβάει άλλα βλέμματα. «Liberté, Egalité, Sexualité» γράφει σε μια παράφραση του συνθήματος της Γαλλικής Επανάστασης. Κάτι από #MeToo, μια μακρινή ηχώ για τα 50 χρόνια από τον Μάιο του ’68 ή ένα
διαφημιστικό τρικ; Στη Νέα Υόρκη δεν είσαι ποτέ σίγουρος.

«Αγαπητέ φίλε. Είμαι μαύρη. Είμαι βέβαιη ότι δεν το συνειδητοποίησες όταν έκανες/γέλασες/συμφώνησες με εκείνο το ρατσιστικό σχόλιο», διαβάζω στην κάρτα που έγραψε η Άντριαν Πάιπερ το 1986, σε ένα από τα δεκάδες έργα που παρουσιάζονται στη μεγάλη ρετροσπεκτίβα που διοργανώνει αυτές τις μέρες το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για τη γνωστή καλλιτέχνιδα. Μια έκθεση τρομακτικά επίκαιρη, σκέφτομαι, ενώ στις ειδήσεις παρακολουθώ μια σουρεαλιστική αλλά άκρως πραγματική συζήτηση για τη φύλαξη των σχολείων της Τζόρτζια από ένοπλους εθελοντές. Είναι πολύ εύκολο, λένε, να μάθουν οι καθηγητές σκοποβολή.

Στο ταξί –απ’ όλα τα ταξί της Νέας Υόρκης– ο Ελληνοαμερικανός οδηγός, μόλις αντιλαμβάνεται τα «παιδιά από την πατρίδα», μας λέει περήφανα ότι υποστηρίζει Χρυσή Αυγή, ψηφίζει Τραμπ και ελπίζει ότι θα καθαρίσει η χώρα από τους μετανάστες. Σε αυτό το περιβάλλον προσγειώθηκαν οι «Όρνιθες», μια παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, που εντάσσεται στο εμπνευσμένο από τον Αριστοφάνη τρίτο Οnassis Festival, το οποίο διαρκεί έως τις 8 Ιουλίου.

Κάτω από τη γέφυρα 

Συνολικά 50 παραγωγές της Στέγης έχουν ταξιδέψει στο εξωτερικό, αλλά τα «Birds» ήταν η πρώτη που «φώλιασε» για δύο εβδομάδες στον προγραμματισμό του θεάτρου Saint Anne’s Warehouse. Κάτω από την ιστορική γέφυρα που συνδέει το Μανχάταν με το Μπρούκλιν, ένας παλιός μύλος μπαχαρικών μετατράπηκε σε πολυχώρο πολιτισμού, που φιλοξενεί αβαν-
γκάρντ παραστάσεις, συναυλίες και περφόρμανς σε μια περιοχή που σταδιακά μετατρέπεται σε δεύτερο Μανχάταν. Στη σκηνή του έχουν εμφανιστεί ο Λου Ριντ, ο Ντέιβιντ Μπόουι, ο Αλ Πατσίνο, η Λόρι Άντερσον, ο Ρούφους Ουέινραϊτ και πριν από μερικές μέρες ήταν ο Άρης Σερβετάλης, ο Χρήστος Λούλης, η Βασιλική Δρίβα, η Έμιλυ Κολιανδρή και όλος ο θίασος των πολύχρωμων «πουλιών» που ξεσήκωσαν για λίγο μια γωνιά της Αμερικής. Η ενεργητικότητα και η ζωντάνια του Πεισθέταιρου και της παρέας του συνεπήραν το αμερικανικό κοινό, που τίμησε με sold out τις 12 παραστάσεις των «Ορνίθων» και έριξε μια λοξή ματιά στο έργο και στη σκέψη του Αριστοφάνη μέσα από τη σκηνοθετική πρόταση του Νίκου Καραθάνου. 

O ελληνικός θίασος ήταν το καινούργιο και εν πολλοίς το άγνωστο που πέταξε από μια χώρα γνωστή στους περισσότερους Αμερικανούς για τη λαμπρή της ιστορία και το αβέβαιο μέλλον της, αποφεύγοντας ευτυχώς να γίνει το «εξωτικό» πτηνό που συγκεντρώνει τα βλέμματα χάρη στα πολύχρωμα φτερά του. Απόδειξη ότι η παράσταση, παρά τις όποιες αδυναμίες της, είπε κάτι σχεδόν σε όλους. Στη θετική κριτική τους οι New York Times είδαν ένα άγριο, διονυσιακό πορτρέτο των «αταβιστικών παρορμήσεων που κρατάνε τους ανθρώπους ανήσυχους και πάντα στο κυνήγι της αυτοβελτίωσης», κάτι που είχαν να δουν οι Νεοϋορκέζοι από τη δεκαετία του ’60, για το Vulture η φεστιβαλική ατμόσφαιρα που δημιούργησαν οι «Όρνιθες» ήταν από μόνη της μια πολιτική πράξη σε μια εποχή που «η απόλαυση μοιάζει με αντίσταση», ενώ στην κριτική της η Village Voice θα ήθελε περισσότερο χώρο και πιο ξεκάθαρο στίγμα. 

Για αρκετούς το χτίσιμο του τείχους, η εντολή που δίνει ο Πεισθέταιρος στο σμήνος των πουλιών για να προφυλαχθούν από τους εξωτερικούς εχθρούς, τους άλλους ανθρώπους και τους θεούς του Ολύμπου, ήταν ο συνδετικός κρίκος του αρχαίου κειμένου με τη σημερινή αμερικανική πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα οικοδόμημα που «μπάζει» και αφήνει εκτεθειμένους τους δημιουργούς του και σε πολλούς θύμισε τα τείχη που εγείρει ο Ντόναλντ Τραμπ γύρω από την Αμερική. 

Στις φυλακές

Τα νοήματα της παράστασης και κατ’ επέκταση η δημοκρατία, η κοινωνική δικαιοσύνη και ο ρόλος της τέχνης τροφοδότησαν τη συζήτηση που ακολούθησε μεταξύ της διευθύντριας του Μουσείου του Μπρούκλιν, Αν Πάστερνακ, του καλλιτέχνη Ανδρέα Αγγελιδάκη, της επιμελήτριας Ρέεμ Φάντα από τη Ραμάλα και της διευθύντριας Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, Αφροδίτης Παναγιωτάκου. Είχε ενδιαφέρον που ακούσαμε τη Ρέεμ Φάντα να σχολιάζει την τελευταία σκηνή της παράστασης, στην οποία, κατά την εκδοχή του κ. Καραθάνου, οι Όρνιθες, οι άνθρωποι και οι θεοί «τα βρίσκουν». «Το βρήκα πολύ σατιρικό, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει. Είναι το κάλεσμα σε μια ιδέα», σημείωσε.

Μια άλλη ιδέα, εκείνη της ελευθερίας, ήταν για τις τροφίμους των φυλακών στο Νησί Ράικερς το σημείο σύνδεσης με την παράσταση. Ο Νίκος Καραθάνος με μια μικρή ομάδα ηθοποιών, σε συνεργασία με τη σχολή υποκριτικής Στέλλα Άντλερ, επισκέφτηκαν το σωφρονιστικό κατάστημα και είδαν τη θεατρική ομάδα των γυναικών να ενσαρκώνει τις πρώτες σκηνές της παράστασης. «“Γιατί θέλεις φτερά;” ρώτησα μία από τις κρατούμενες και μου απάντησε για να είναι ελεύθερη και ότι τώρα άνοιξε μια πόρτα για εκείνη. Μιλήσαμε, τραγουδήσαμε, τους άρεσε πολύ να κάνουν τον ήχο των φτερών και να φωνάζουν “αγάπη, αγάπη”», είπε ο σκηνοθέτης στο «Κ».

Τα πουλιά «πέταξαν» και με τη βοήθεια του Ιδρύματος Ωνάση άνοιξαν τα φτερά τους, εκπροσωπώντας, εκτός από τη δουλειά τους, και ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Η πτήση τους θα γίνει και ταινία, σε σκηνοθεσία Μπάμπη Μακρίδη. Αυτό είναι το γεγονός. Το στοίχημα από την επιτυχημένη εμφάνισή τους είναι να μείνει κάτι, ένα «φτερούγισμα» που θα ανοίξει τον δρόμο και θα χτίσει νέες συνεργασίες και ανταλλαγές. Ουτοπία; Ο χρόνος θα δείξει. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ