ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακάτικο πάρτι

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΝΔΡΑΚΟΥ

Ξύπνημα πρωινό, πολύ πρωινό. Οι δουλειές μοιρασμένες αποβραδίς. Εσύ πιάνεις θέση στο κιόσκι με την καλή σκιά, φουσκώνεις μπαλόνια, «φτιάχνεις» το γιορτινό ντεκόρ, εγώ ετοιμάζω τα παιδιά, σου τα φέρνω στο πάρκο και ξανά πίσω, με βάρδιες, μία ο ένας, μία ο άλλος – νερό, φαγητό, πιατοπότηρα και τα συμπαρομαρτούντα. Όλα στη θέση τους, έρχονται οι πρώτοι, να και οι επόμενοι, γύρω μου ένα ανθρώπινο μελίσσι, τρεχαλητά, σκουντουφλήματα και κρυφτό πίσω από τα δέντρα. «Μαμά, πεινάω». «Μαμά, διψάω».

Σε ψάχνω με το βλέμμα, νομίζεις ότι θέλω κάτι να σου πω, μου κάνεις νόημα, όχι τίποτα, απλώς σε κοιτώ, μια χαζομάρα μου ’ρθε στο μυαλό, εδώ λίγα μέτρα πιο κάτω στεκόμασταν όταν τη βγάλαμε την πρώτη της βόλτα στον κόσμο. Μια Κυριακή του Μάη, επτά χρόνια πριν, κι εκείνη ένα βρεφάκι έξι ημερών με πυκνά καστανά μαλλιά και μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, που δεν ξέραμε καλά καλά πώς να το πιάσουμε να μη μας «σπάσει». Οι Κυριακές μας που πέρασαν: στο μάρσιπο, στο καρότσι, στα πρωτοπερπατήματα, σκύβοντας ελαφρά για να την κρατάμε απ’ το χέρι. Οι Κυριακές μας που θα ’ρθουν και θα φέρουν τα δικά τους δώρα, που θα γίνουν με τη σειρά τους ανάμνηση – γλυκιά ή πικρή, o χρόνος θα το δείξει. Μιλάω με τις άλλες μαμάδες, μα δεν ακούω πολλά.

Τι ώρα είναι, ξεχάστηκα. Να πάω για την τούρτα. Σκάω μύτη με το λευκό κουτί, το παιδομάνι με βλέπει από μακριά, αγόρια-κορίτσια δίνουν το σύνθημα αναμεταξύ τους, ιαχές χαράς, σπρωξίδια, της κάνουν χώρο να πάρει θέση, να ακούσει το τραγούδι της. Να ζήσεις, Έλλη, και χρόνια πολλά. Τα κεράκια σβήνουν με ένα φου, μάτια που καίνε, χαρά ακατέργαστη, 7 χρονών κι οι Κυριακές όλες μπροστά της. Θέλει να τις καταπιεί, τη μία μετά την άλλη. Θέλω να της πω να μη βιάζεται, αλλά τα ενήλικα φίλτρα μου δεν έχουν δουλειά στον δικό της κόσμο. Εκείνη θα λαχταρά να μεγαλώσει, η κάθετη «γραμμούλα» ανάμεσα στα φρύδια μου θα βαθαίνει. Οι μικρές αντιφάσεις της ζωής, οι διαφορετικές νοηματοδοτήσεις της.

Το γλυκό μοιράζεται στα πιάτα. Αγκαλιές, μικροί αποχαιρετισμοί, τα λέμε αύριο στο σχολείο. Κάθεσαι δίπλα μου στο παγκάκι, χαζεύουμε φωτογραφίες στο κινητό. Όμορφα ήταν, μου λες. Χαμογελάω και βάζω το δάχτυλο στη «γραμμούλα» μου, μήπως στο επόμενο πάρτι να έχω κάνει τα μαλλιά μου αφέλειες, να την κρύψω όπως όπως. Ή τουλάχιστον να μην τη βλέπω. Εκείνη λάμπει ολόκληρη, κρατάει χορτάτη την αδελφή της αγκαλιά, «να γυρίσουμε σπίτι, μαμά, να ανοίξω τα δώρα μου».

Μαζεύουμε, φορτώνουμε, φεύγουμε. Τις παίρνεις μαζί σου με το αυτοκίνητο, είναι τόσο κουρασμένες και οι δύο, που δεν βγάζουν με τα πόδια την κατηφόρα έως το σπίτι. Ξεδένω τα τελευταία μπαλόνια και κατεβαίνω αργά το φιδογυριστό δρομάκι. Οι μόνοι ήχοι που ακούγονται είναι τα πεταρίσματα των πουλιών και τα πόδια των δρομέων που χτυπούν στο χώμα. Κοντοστέκομαι, δένω τα μπαλόνια στο χαμηλό κλαδί ενός πεύκου. Για τα πιτσιρίκια που τυχαία θα περάσουν από εκεί ή για μένα που θα τα ψάξω αύριο κοιτάζοντας βιαστικά από το αμάξι, στον δρόμο για τη δουλειά. Νομίζω το δεύτερο. Σε δέκα μέρες κλείνω τα 40. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ