ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πάνω από 2 μήνες καθυστερεί να πληρώσει το Δημόσιο

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε υπερδιπλάσιο χρόνο από αυτόν που ορίζει η νομοθεσία εξακολουθεί να πληρώνει το ελληνικό Δημόσιο τις επιχειρήσεις-προμηθευτές του, στερώντας τους με αυτό τον τρόπο κρίσιμη και χρήσιμη ρευστότητα σε μια εποχή που οι άλλες πηγές χρηματοδότησης, όπως για παράδειγμα η τραπεζική, είναι εξαιρετικά περιορισμένες. 

Σύμφωνα με την έκθεση European Payment Report 2018, η οποία μετράει τις επιδόσεις των ευρωπαϊκών κρατών σε ό,τι αφορά τις πληρωμές, το ελληνικό Δημόσιο πληρώνει τις επιχειρήσεις σε 73 ημέρες κατά μέσον όρο, ενώ ο αντίστοιχος χρόνος στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι 40 ημέρες. Την έκθεση κατήρτισε η σουηδική εταιρεία διαχείρισης πιστωτικών απαιτήσεων Intrum, η οποία πέρυσι προχώρησε στην εξαγορά χαρτοφυλακίων κόκκινων δανείων και στην Ελλάδα.

Αν και σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας η κατάσταση στην Ελλάδα εμφανίζεται βελτιωμένη σε σύγκριση με πέρυσι (103 ημέρες σύμφωνα με την αντίστοιχη έκθεση του 2017), οι καθυστερήσεις στις πληρωμές παραμένουν μεγάλες.

Σε ό,τι αφορά τις πληρωμές του Δημοσίου προς επιχειρήσεις, στην Ελλάδα καταγράφεται ο τρίτος μεγαλύτερος χρόνος μεταξύ των 29 ευρωπαϊκών κρατών (εντός κι εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης) που έχει πραγματοποιηθεί η έρευνα. Στην πρώτη θέση για ακόμη μία χρονιά βρίσκεται η Ιταλία (104 ημέρες) και ακολουθεί στη δεύτερη θέση ακόμη μια χώρα του ευρωπαϊκού Νότου, η Πορτογαλία (86 ημέρες).

Υπενθυμίζεται ότι η κοινοτική οδηγία 2011/7/ΕΕ προβλέπει ότι το Δημόσιο πρέπει να πληρώνει για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προμηθεύεται εντός 30 ημερών ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις εντός 60 ημερών. Στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, η προβλεπόμενη προθεσμία είναι 60 ημέρες, εκτός εάν υπάρξει διαφορετική ρητή συμφωνία.

Η κατάσταση μοιάζει να είναι αρκετά καλύτερη στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, καθώς οι πληρωμές γίνονται κατά μέσον όρο, σύμφωνα με τη φετινή έκθεση, εντός 40 ημερών έναντι 63 πέρυσι. Η βελτίωση αυτή, βεβαίως, δεν προέκυψε ομαλά, αλλά είναι αποτέλεσμα κυρίως των προηγούμενων «παθημάτων» πολλών επιχειρήσεων.

Εχοντας υποστεί σημαντικές απώλειες τα προηγούμενα χρόνια από τις καθυστερήσεις στις πληρωμές, καθυστερήσεις που οδήγησαν σε οφειλές που δεν πληρώθηκαν ποτέ (όπως στην περίπτωση της διαγραφής κατά 50% των οφειλών της «Μαρινόπουλος» προς τους προμηθευτές της), πολλές επιχειρήσεις εφαρμόζουν πλέον αυστηρή πιστωτική πολιτική.

Οι απαιτήσεις που θεωρείται ότι δεν πρόκειται να εισπραχθούν ποτέ υπολογίζεται ότι αποτελούν στην Ελλάδα το 2,14% των συνολικών εσόδων των επιχειρήσεων.
Παρά την αυστηροποίηση των κανόνων στις συναλλαγές, δεν είναι λίγες εκείνες οι επιχειρήσεις που δηλώνουν ότι υφίστανται μεγάλες πιέσεις από τους πελάτες τους να αποδεχθούν μεγαλύτερο χρόνο πληρωμής. Σύμφωνα με τη φετινή έκθεση, σε ποσοστό 89% οι ελληνικές επιχειρήσεις δήλωσαν ότι δέχθηκαν πιέσεις να πληρωθούν πιο αργά. Μάλιστα, σε ποσοστό 81% αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν σε αυτές τις πιέσεις και να δεχθούν τελικά να πληρωθούν έπειτα από πολλές ημέρες, παρά το γεγονός ότι αυτό δημιουργούσε προβλήματα στην ομαλή λειτουργία τους. Το μέσο ποσοστό σε αυτή την ερώτηση στο σύνολο της έρευνας είναι αρκετά χαμηλότερο 56%.

Οι καθυστερήσεις στις πληρωμές έχουν αρνητικό αντίκτυπο και στην απασχόληση. Το 60% των ελληνικών επιχειρήσεων, έναντι ευρωπαϊκού μέσου ποσοστού 20%, δηλώνει ότι θα προχωρούσε σε περισσότερες προσλήψεις εργαζομένων εάν πληρωνόταν εγκαίρως.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ