ΕΛΛΑΔΑ

Το Χάρβαρντ στις γειτονιές της Αθήνας

ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

Η εξαμελής ομάδα της Κυψέλης: Τζον Μόναγκλ, Αλεξ Χαντ, Ντέμπορα Οχιάνι - Τζέγκεντ, Φρεντ Πέτιτζον, Ευγένιος Βάιος και Ντίτι Σουντ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εμαθαν ιστορίες της παλιάς Αθήνας πίνοντας καφέ με ηλικιωμένους στη Φωκίωνος Νέγρη, έγιναν κοινωνοί των προβλημάτων και διλημμάτων που αντιμετωπίζουν οι νέοι στον Κολωνό, συνομίλησαν με κόσμο που αγόραζε φρούτα και λαχανικά στη λαϊκή αγορά του Βύρωνα. Ο λόγος για εβδομήντα φοιτητές από το πρόγραμμα MBA του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, που για μία εβδομάδα βρέθηκαν στην Αθήνα στο πλαίσιο του μαθήματος «Field Global Immersion». Το συγκεκριμένο μάθημα, αναπόσπαστο μέρος των σπουδών τους, πραγματοποιείται χάρη στη συνεργασία του κορυφαίου πανεπιστημίου με 157 διεθνείς εταίρους σε 13 διαφορετικές χώρες. Η Ελλάδα εντάχθηκε για πρώτη φορά στο εν λόγω ακαδημαϊκό πρόγραμμα. Ετσι, έντεκα διακεκριμένοι οργανισμοί, εταιρείες και ΜΚΟ (Aegean Airlines, Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, Σκλαβενίτης, ΟΤΕ, ActionAid κ.ά.) υποδέχθηκαν τους φοιτητές, οι οποίοι, χωρισμένοι σε ολιγομελείς ομάδες, εργάστηκαν μαζί τους για μία εβδομάδα.

«Οι τοπικές κοινωνίες στην Ελλάδα έχουν απίστευτη δύναμη και οποιοσδήποτε σχεδιάζει να προσφέρει προϊόντα ή υπηρεσίες εδώ πρέπει να τις λαμβάνει σοβαρά υπόψη του», μεταφέρει στην «Κ» ο 27χρονος Αλεξ Χαντ, που μαζί με το επιτελείο του Impact Hub μελέτησε εκ νέου το υπό σχεδιασμό επιχειρηματικό μοντέλο της Δημοτικής Αγοράς της Κυψέλης (ΔΑΚ). Υπενθυμίζεται ότι το Impact Hub, δίκτυο κοινωνικών επιχειρήσεων, επελέγη έπειτα από σχετική ανοικτή πρόσκληση του Δήμου Αθηναίων για τη διαχείριση του χώρου έως το 2022. Ο Aλεξ, πρωτοετής στο MBA, έχει στο παρελθόν εργαστεί στο Αμστερνταμ, την Αυστραλία και το Καζαχστάν, αλλά βρέθηκε στην Αθήνα για πρώτη φορά. «Προτού δραστηριοποιηθείς σε έναν τόπο, πρέπει να αφιερώσεις χρόνο να καταλάβεις τις πραγματικές ανάγκες της εκάστοτε κοινωνίας», επισημαίνει. Εξ ου και μαζί με άλλους πέντε συμφοιτητές του κουβέντιασε επί μακρόν με πολίτες όλων των ηλικιών που ζουν στην ευρύτερη περιοχή της Κυψέλης. «Στόχος μας είναι η ΔΑΚ να γίνει μια αγορά κοινωνικής οικονομίας αλλά και ένα σημείο συνάντησης των κατοίκων της περιοχής», εξηγεί στην «Κ» η Σόφη Λάμπρου, συνιδρύτρια του Impact Hub, «τους τελευταίους τρεις μήνες εργαζόμασταν εξ αποστάσεως με την εξαμελή ομάδα στην Αμερική».

Περιδιαβάζοντας τους δρόμους της Κυψέλης, μιας «αυθεντικής αθηναϊκής γειτονιάς», ο Αλεξ αναγνώρισε την... αρχοντιά της, «τα κτίρια είναι πανέμορφα, υπάρχουν πολλά δένδρα και λουλούδια, ενώ τα καφέ είναι γεμάτα κόσμο». Ο νεαρός φοιτητής δεν υποτιμά, βέβαια, τη «χιονοστιβάδα» της οικονομικής κρίσης, «πολλοί κάτοικοι φαίνεται να την εγκατέλειψαν τα τελευταία δέκα χρόνια».

«Ακαταμάχητη»

Ο ίδιος, πάντως, κάνει λόγο για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής, που μπορούν να την καταστήσουν δυνητικά... ακαταμάχητη: «Είναι κοντά στο κέντρο με χώρους πρασίνου και όμορφα κτίρια». Ταυτόχρονα αναγνωρίζει τις προοπτικές της ΔΑΚ χάρη στην τοποθεσία της, «στο μέσο του κεντρικού δρόμου και δίπλα σε πολλά σχολεία», αλλά και τον σχεδιασμό της που την καθιστά εξαιρετικά φωτεινή.

Μερικά χιλιόμετρα «πιο κάτω», στον Κολωνό, άλλοι έξι φοιτητές του Χάρβαρντ πραγματοποίησαν συστηματική κοινωνική έρευνα για χάρη της ActionAid Ελλάς, που δίνει δυναμικό «παρών» στη συνοικία μέσω του «Επίκεντρου», ενός πολυχώρου δράσης και αλλαγής. «Εκαναν επαγγελματική δουλειά, πραγματοποιώντας πάνω από εξήντα συνεντεύξεις με κατοίκους», δηλώνει στην «Κ» εντυπωσιασμένος ο Γεράσιμος Κουβαράς, γενικός διευθυντής της ActionAid Ελλάς. Χαρτογραφώντας, μάλιστα, τη νεολαία του Κολωνού, από 15 έως 24 ετών, κατέληξαν σε πολύ σημαντικές διαπιστώσεις.

«Διέκριναν τέσσερις κατηγορίες νέων: εκείνους που έχουν παραιτηθεί, εκείνους που ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν, όσους με πολλές θυσίες και κόπο επιβιώνουν οικονομικά και επαγγελματικά, καθώς και κάποιους που μπορεί να έχουν σε παρόντα χρόνο προβεί σε συμβιβασμούς, αλλά έχουν όραμα για το μέλλον». Τους τελευταίους οι φοιτητές χαρακτήρισαν dreamers και φαίνεται ότι εν πολλοίς αντιπροσωπεύουν την πληθυσμιακή ομάδα που δυνητικά μπορεί να επιφέρει αλλαγές στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Συνομιλώντας, ωστόσο, με τον κόσμο στον Κολωνό, «που ήταν εξαιρετικά πρόθυμος να απαντήσει στις ερωτήσεις τους», υπήρξαν πολλά που τους εξέπληξαν.

«Παρατήρησαν τη μεγάλη διάσταση μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής πραγματικότητας, καθώς οι περισσότεροι απαντούσαν ότι άλλο σπούδασαν και κάτι άλλο επαγγέλλονται», μεταφέρει ο κ. Κουβαράς για τις εντυπώσεις τους. Αντίστοιχα, σχολίασαν το φαινόμενο της πολυετούς παραμονής των νέων στην οικογενειακή εστία, στην οποία παραμένουν συχνά μέχρι τα σαράντα. «Ενας Ινδός φοιτητής παρατήρησε μάλιστα ότι οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί στην Αθήνα του θύμισαν εκείνους στην πατρίδα του», λέει στην «Κ» ο κ. Κουβαράς, «ωστόσο, οι ενδοοικογενειακές ισορροπίες στις δύο χώρες είναι διαμετρικά αντίθετες: στην Ινδία οι γονείς εξαρτώνται από τα παιδιά τους, ενώ στην Ελλάδα οι νεότεροι εξαρτώνται για την επιβίωσή τους από γονείς και παππούδες».

Στη λαϊκή

Ετερη ομάδα από το Χάρβαρντ εργάστηκε μαζί με την ομάδα της ΜΚΟ «Μπορούμε», που ασχολείται με τη μείωση της σπατάλης φαγητού στην Ελλάδα. «Τους τελευταίους μήνες, τους είχαμε στείλει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία αλλά και το πλαίσιο εργασίας του προγράμματος “Μπορούμε στη Λαϊκή”, που υλοποιείται εδώ και δυόμισι χρόνια σε λαϊκές αγορές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης», λέει στην «Κ» ο Αλέξανδρος Θεοδωρίδης, συνιδρυτής του «Μπορούμε», που ακολούθησε πιστά τις κατευθύνσεις του ΜΒΑ προγράμματος που προωθεί τη μεθοδολογία του design thinking. «Εν ολίγοις, ενθαρρύνει τους διαχειριστές άπαξ και έχουν δώσει στην ομάδα όλα τα απαραίτητα στοιχεία να αυτενεργήσουν, να αφεθούν ελεύθεροι να δημιουργήσουν». Οι νεαροί, λοιπόν, βίωσαν τις διαδικασίες και τις ζυμώσεις σε δύο λαϊκές αγορές – στα Ιλίσια και τον Βύρωνα. Συνομίλησαν με παραγωγούς, με καταναλωτές αλλά και με τους εθελοντές, που στηρίζουν κατεξοχήν το πρόγραμμα. «Εντυπωσιάστηκαν με τη γενναιοδωρία των παραγωγών», τονίζει ο κ. Θεοδωρίδης, «και δικαίως, αρκεί να υπολογίσετε ότι τις προάλλες η λαϊκή της Πανόρμου μας προσέφερε στο πέρας της ημέρας 1.200 κιλά φρέσκα προϊόντα». Η ομάδα κατέθεσε προτάσεις για την ακόμα καλύτερη απόδοση του προγράμματος και τη «στράτευση» περισσότερων εθελοντών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ