ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι εξαγωγές, κινητήριος μοχλός για αύξηση 2,3% του ΑΕΠ

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αύξηση κατά 2,3% σημείωσε το ΑΕΠ το α΄ τρίμηνο του έτους, σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2017, με κινητήριο μοχλό κυρίως τις εξαγωγές και γενικότερα την επιχειρηματική δραστηριότητα, σε αντίθεση με την κατανάλωση, που παραμένει ανασταλτικός παράγων για την ανάπτυξη. Σε σύγκριση με το δ΄ τρίμηνο του 2017, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,8%.

Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο ρυθμός ανάπτυξης του α΄ τριμήνου είναι συμβατός με την πρόβλεψη για ρυθμό ανάπτυξης στην περιοχή του 2% κατά μέσον όρο στο σύνολο του 2018 (2% τον υπολόγιζε το ΔΝΤ και 1,9% η Κομισιόν στις τελευταίες προβλέψεις, ενώ η κυβέρνηση εκτιμά ότι θα είναι 2-2,1%).

Από την ανάλυση των στοιχείων που συνθέτουν την άνοδο του ΑΕΠ κατά 2,3% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, (τριμηνιαίοι εθνικοί λογαριασμοί, προσωρινά στοιχεία) προκύπτει ότι θετικά επέδρασαν η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 7,6% (αγαθών κατά 10,5% και υπηρεσιών κατά 3,8%), καθώς και η μείωση των εισαγωγών κατά 2,8% (αγαθών κατά 6,1% και υπηρεσιών κατά 13%). Αντίθετα, αρνητικά επέδρασε η μείωση της τελικής καταναλωτικής δαπάνης κατά 0,3% και των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 10,4%.

Οπως επισημαίνουν αναλυτές, το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι η συνεχιζόμενη μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, δεδομένου ότι αυτή αντιπροσωπεύει το 69% του ΑΕΠ. Αποδίδουν δε το γεγονός αυτό στη συνεχιζόμενη λιτότητα, η οποία δεν επιτρέπει να περάσουν στο σύνολο της οικονομίας οι ευεργετικές επιδράσεις της βελτίωσης της οικονομικής δραστηριότητας και της αύξησης της απασχόλησης. Με άλλα λόγια, οι υψηλοί φόροι και η προοπτική περαιτέρω αύξησής τους, καθώς και η μείωση των συντάξεων ροκανίζουν το ρυθμό ανάπτυξης και δεν επιτρέπουν την απογείωση της οικονομίας.

Σε ανάλογα συμπεράσματα, εξάλλου, καταλήγει και το ΙΟΒΕ, στην έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας που δημοσίευσε χθες. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος συνέχισε την ήπια ανοδική τάση του και διαμορφώθηκε τον Μάιο στις 104,2 μονάδες (από 103,6 τον Απρίλιο), επανερχόμενος στο επίπεδο του Φεβρουαρίου. Η εξέλιξη αυτή, όπως επισημαίνεται, είναι αποτέλεσμα της βελτίωσης των επιμέρους δεικτών των επιχειρηματικών προσδοκιών στις υπηρεσίες και στις κατασκευές, ενώ αντίθετα, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί.

«Στην πλευρά των νοικοκυριών», σημειώνεται, «η σταθεροποίηση του διαθέσιμου εισοδήματος σε χαμηλά επίπεδα και η προοπτική για πιέσεις στα επίπεδα των συντάξεων και φορολογίας είναι εύλογο πως λειτουργούν αρνητικά, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του ποσοστού ανεργίας». Σε ό,τι αφορά τη μεγάλη πτώση των επενδύσεων, αυτή συνδέεται κυρίως, όπως αναφέρουν οικονομικοί αναλυτές, με τη μεγάλη αύξηση εισαγωγών πλοίων τον προηγούμενο χρόνο, η οποία δεν συνεχίστηκε φέτος. Αν αφαιρεθούν οι εισαγωγές πλοίων, οι υπόλοιπες επενδύσεις βρίσκονται σε καλό επίπεδο, σημειώνουν. Οι υψηλές εισαγωγές πλοίων τον προηγούμενο χρόνο συνδέονται και με την εμφανιζόμενη μείωση των εισαγωγών το α΄ τρίμηνο φέτος, συμπληρώνουν οι ίδιες πηγές.

Σημειώνεται ότι ο ρυθμός ανάπτυξης είναι καθοριστικός παράγων για την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους και σύμφωνα με πληροφορίες παραμένει βασική πηγή διαφωνιών μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωπαίων, με το πρώτο να είναι πολύ πιο απαισιόδοξο για τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές.

Τα στοιχεία του α΄ τριμήνου, εξάλλου, ήταν ένα από τα στοιχεία που ανέμενε το ΔΝΤ προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να εισηγηθεί την επίσπευση της μείωσης του αφορολογήτου από 1/1/2019, αντί της προγραμματισμένης από 1/1/2020.

Ωστόσο, κατά την τελευταία αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος στην Αθήνα, υψηλόβαθμος παράγων του υπουργείου Οικονομικών απέκλεισε το ενδεχόμενο να ληφθεί απόφαση επίσπευσης της μείωσης του αφορολογήτου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ