Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Ρένα Δούρου: Βούρτσες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αυτή τη φορά άργησε. Δεν πρόλαβε να πάει πρώτη στην εισαγγελία για να ζητήσει «να αποδοθούν ευθύνες», όπως είχε κάνει μετά την πλημμύρα στη Μάνδρα. Στην περίπτωση του Πεδίου του Αρεως, ο αναμενόμενος κοπετός της Ρένας Δούρου ακούστηκε μετά την εισαγγελική παραγγελία για έρευνα σχετικά με την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το μεγαλύτερο πάρκο του αθηναϊκού κέντρου.

Η πρωτοτυπία στο μακρύ ανακοινωθέν της Περιφέρειας δεν είναι το πολυφορεμένο ύφος της αποστασιοποίησης από το πρόβλημα – ύφος εγωισμού που πληγώθηκε και όχι Αρχής που λογοδοτεί. Η πρωτοτυπία ήταν η ετοιμότητα της Δούρου να ειρωνευτεί τις διαμαρτυρίες των περιοίκων – «το Πάρκο», έγραφε, «δεν “ασπρίζει” και δεν “πρασινίζει” με μπατανόβουρτσες», αναφερόμενη στην πρωτοβουλία των κατοίκων να βάψουν την πρόσοψη του Green Park. Υστερα, η Δούρου θύμωσε με όσους εντόπισαν την ειρωνεία της και τους κατήγγειλε ότι τη σπιλώνουν με fake news. Σαν να χρειαζόταν κάποιος να συνωμοτήσει εις βάρος της· σαν να μην την αντιπολιτευόταν διαρκώς η ίδια η πραγματικότητα του πάρκου.

Η περιφερειάρχης εκθέτει ακουσίως το υπόστρωμα χωρίς το οποίο δεν είναι κατανοητή η στάση της κυβέρνησης στα θέματα της παραβατικότητας. Ο ακτιβισμός των κατοίκων του Πεδίου του Αρεως δεν αρέσει στη Δούρου γιατί δεν είναι «δικός μας» ακτιβισμός. Οι μπογιές που χρησιμοποιεί είναι λευκές. Δεν είναι μαυροκόκκινες.

Το δίδυμο σκεπτικό που ολοκληρώνει το υπόστρωμα είναι η αθώωση της «δικής μας» παραβατικότητας, που παρουσιάζεται ως νέα κανονικότητα. Οι μασκοφόροι με τα σφυριά απαλλάσσονται ως φορείς θεμιτής διαμαρτυρίας. Το άσυλο στα πανεπιστήμια –ακόμη και σε κακοφορμισμένες περιπτώσεις όπως της ΑΣΟΕΕ– δικαιολογείται σαν προοδευτική κατάκτηση. Το Πάρκο εξωραΐζεται –όπως το έλεγε και η αφίσα επικήρυξης των κατοίκων που αντιδρούν– ως «πολυσυλλεκτικό» και απλώς ασύμβατο με «τα γούστα των λευκών Ελλήνων μεσοαστών». Τα Εξάρχεια όχι μόνο υμνούνται σαν πνεύμονας «αυτονομίας», αλλά, πλέον, διαφημίζονται και σαν τουριστική ατραξιόν.

Αυτό το τελευταίο είναι και το πιο ενδεικτικό: Η μετάβαση από την υπεράσπιση της «ιδιαιτερότητας» των Εξαρχείων στην καθιέρωσή τους ως αστικού πάρκου άγριας ζωής. Γίνονται, λέει, ξεναγήσεις σε τουρίστες που θέλουν να νιώσουν τα «vibes» και να ακούσουν το «buzz» της «εναλλακτικής» γειτονιάς. Το αντιλαϊφστάιλ δανείζεται μέχρι και τη ζαχαρόπηκτη γλώσσα του λαϊφστάιλ. Μαρτυρεί έτσι ότι και το ίδιο έχει ασυναίσθητα συμφιλιωθεί με τη γραφικότητά του. Οι επαναστάτες του Σαββατοκύριακου έξω από το Πολυτεχνείο μπορεί να είναι περισσότερο επικίνδυνοι, αλλά δεν είναι περισσότερο αληθινοί από τους μονομάχους με τις πλαστικές περικεφαλαίες που κάνουν πιάτσα έξω από το Κολοσσαίο.

Για βίους –και θανάτους– πιο αυθεντικούς, οι ξεναγήσεις πρέπει να επεκταθούν και στην απέναντι όχθη της Αλεξάνδρας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ