ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παράθυρο για παροχές ανοίγουν τα υπερπλεονάσματα Μεσοπρόθεσμου

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πρωτογενή πλεονάσματα πολύ υψηλότερα από τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ, τα οποία φτάνουν έως και το 5,19% του ΑΕΠ το 2022, προβλέπει το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα 2019-2022, ανοίγοντας παράθυρο για εξαγγελίες παροχών εκ μέρους της κυβέρνησης, με ορίζοντα τις εκλογές του επόμενου χρόνου.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, το οποίο αξιολόγησε το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) 2019-2022, ο «δημοσιονομικός χώρος» (δηλ. τα λεγόμενα υπερπλεονάσματα, η υπέρβαση έναντι του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ) αναμένεται να φτάσει τα 111 εκατ. ευρώ φέτος και να ανεβεί στα 866 εκατ. ευρώ το 2019, στο 1,287 δισ. ευρώ το 2020, στα 2,112 δισ. ευρώ το 2021 και στα 3,582 δισ. ευρώ το 2022.

Τα υπερπλεονάσματα του Μεσοπρόθεσμου, αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης μέχρι τώρα, αλλά και της επικείμενης μείωσης συντάξεων και αφορολογήτου την επόμενη διετία, τροφοδοτούν ήδη πολιτικές προσδοκίες παροχολογίας. Ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης, ενημερώνοντας χθες τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, είπε ότι το υπερπλεόνασμα του 2019 θα δοθεί στο σύνολό του για φοροελαφρύνσεις το 2020, του 2020 σε ποσοστό 75% για φοροελαφρύνσεις και 25% για «παροχές» και στη συνέχεια 50% για ελαφρύνσεις και 50% για «παροχές».

Είχε προηγηθεί ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος, σε ομιλία του την περασμένη εβδομάδα στον ΣΕΤΕ, είπε ότι στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημιουργείται «δημοσιονομικός χώρος» άνω των 700 εκατ. ευρώ το 2019 και 1,3 δισ. ευρώ το 2020, για φορολογικές ελαφρύνσεις. Στο ίδιο θέμα έδωσε συνέχεια και ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, σε συνέντευξή του στο «Εθνος» την Κυριακή λέγοντας: «Πέραν των 700 εκατ. –που ανέφερε την Πέμπτη ο πρωθυπουργός– τα οποία θα κατευθυνθούν σε μόνιμες μειώσεις φόρων από το 2019, θα υπάρχει επιπλέον χώρος για μόνιμες παρεμβάσεις και τα επόμενα χρόνια, ο οποίος μάλιστα θα διευρύνεται κάθε χρόνο».

Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο υιοθέτησε «υπό προϋποθέσεις» τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου, που θα περιληφθεί στο πολυνομοσχέδιο των προαπαιτουμένων, σημειώνοντας ότι τόσο αυτές που αφορούν τα πρωτογενή πλεονάσματα όσο και αυτές για ρυθμούς ανάπτυξης άνω του 2% ετησίως είναι κατά βάση αισιόδοξες και συναρτώνται με την πραγμάτωση σειράς προϋποθέσεων.

Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο σημειώνει στην έκθεσή του ότι ο «δημοσιονομικός χώρος» «είναι δυνατό να αξιοποιηθεί σε στοχευμένες, σταδιακές και προγραμματισμένες μειώσεις της φορολογικής επιβάρυνσης». Μάλιστα, το ίδιο τάσσεται υπέρ διορθωτικών κινήσεων «που θα μπορούσαν να ανακατανείμουν στοχευμένα το φορολογικό βάρος, με τρόπο που να ανακουφίζει μερικώς από τη φορολογική κόπωση, ενώ συνάμα θα συντηρεί το συνολικό ύψος των φορολογικών εσόδων». Επίσης τονίζει ότι είναι αναγκαία μια στοχευμένη ελάφρυνση «των φορολογικών βαρών που θα ευνοεί την τόνωση της παραγωγής όσο και κατηγορίες εισοδημάτων που στηρίζουν την εγχώρια ζήτηση».

Σημειώνεται ότι η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει και έχει νομοθετήσει και αντίμετρα τόσο για το 2019 όσο και για το 2020, τα οποία δεν περιλαμβάνουν μόνο φοροελαφρύνσεις, αλλά και κοινωνικές δαπάνες, όπως το επίδομα στέγασης, που φτάνουν το 1% του ΑΕΠ το 2019 και άλλο 1% του ΑΕΠ το 2020. Δεν είναι σαφές από τον πίνακα αν τα μέτρα αυτά έχουν συνυπολογισθεί στα πρωτογενή πλεονάσματα ή όχι.

Για την ανάπτυξη, το μεσοπρόθεσμο προβλέπει ρυθμούς 2% το 2018, 2,4% το 2019, 2,3% το 2020, 2,1% το 2021 και 1,8% το 2022. Για την ανεργία προβλέπεται υποχώρηση από το 19,9% το 2018 στο 18,2% το 2019, 16,6% το 2020, 15,4% το 2021 και 14,3% ο 2022.

Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο σχολιάζει ότι οι προβλέψεις για αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης στο 1% το 2019 και στο 1,2% στη συνέχεια είναι αισιόδοξες, λόγω της πίεσης που ασκείται στο διαθέσιμο εισόδημα από τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.
Επίσης χαρακτηρίζει αρκετά αισιόδοξες τις προβλέψεις για αύξηση σε μέσα επίπεδα κατά 8,7% των παγίων επενδύσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ