ΠΟΛΗ

Η δεκαετία του 1930 σε ένα διώροφο στου Μακρυγιάννη

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

H εξώθυρα με το μοτίβο του ανατέλλοντος ηλίου, στην οδό Τσάμη Καρατάσου 15 στου Μακρυγιάννη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Υ​​πάρχει μια ορισμένη φωτοσκίαση και μία αδιόρατη αίσθηση υγρασίας, όταν μπαίνει κανείς σε παλιά σπίτια. Ακόμη και αν δεν είναι πολύ παλιά... Οπως αυτό το διώροφο που με υποδέχθηκε στου Μακρυγιάννη, γωνία Τσάμη Καρατάσου 15 και Παρθενώνος 8, ένα σπίτι γεροχτισμένο με ληξιαρχική πράξη γεννήσεως το έτος 1936. Η εξώθυρα, βαριά μαντεμένια, με μοτίβο τον ανατέλλοντα ήλιο της αρ ντεκό, άνοιξε από τον απόγονο του πρώτου κτήτορα. Ενα διαμέρισμα στο ισόγειο, το κυρίως σπίτι στον όροφο.

Μία χαμένη υπεραξία της Αθήνας είναι το φως, που μειώθηκε στους εσωτερικούς χώρους. Το διαπιστώνει κανείς όταν βρεθεί σε αυτά τα μοντερνιστικά διαμερίσματα, των μεσοαστικών οικογενειών, που είχαν σχεδιαστεί για να προσκαλούν το φως μέσα, να το υποδέχονται ως μέλος της οικογενείας, να το αφήνουν να πλημμυρίζει το σαλόνι και τα υπνοδωμάτια. Ζαλίζεσαι από το αττικό φως μέσα στα γωνιακά σπίτια, που είναι χτισμένα σε φαρδιά σταυροδρόμια, όπως αυτό το όμορφο, ανεπιτήδευτο σπίτι στου Μακρυγιάννη.

Αν το δείτε απέξω, αν σταθείτε στην απέναντι διαγωνίως γωνία, για να σταθμίσετε τη θέση του στη γειτονιά και να στοχαστείτε πάνω στην εποχή που το γέννησε, θα δείτε ένα τυπικό διώροφο σπίτι της δεκαετίας του 1930. Σαν αυτό υπήρχαν πολλά σε όλες τις αστικές συνοικίες, από του Μακρυγιάννη έως τα Πατήσια. Ηταν σπίτια «καλών οικογενειών» που συνήθως κρατούσαν ένα μεγάλο διαμέρισμα στον όροφο και νοίκιαζαν ένα άλλο στο ισόγειο ή το ημιυπόγειο. Στην εσωτερική αυλή θα έβρισκε κανείς πάντα τη στριφογυριστή σιδερένια σκάλα, και κάπου δίπλα στην κουζίνα, στο πιο ανήλιαγο μέρος του διαμερίσματος θα έπεφτε πάνω στο μικροσκοπικό δωμάτιο υπηρεσίας, που θα είχε ένα στενό παράθυρο στον φωταγωγό ή στον ακάλυπτο. Από τη θυρίδα του φωτός που έφερνε χλωμή τη μέρα στο μικρό αυτό δωμάτιο, θα έβλεπε ίσως κανείς αμυδρά τους κλώνους του δέντρου που πιθανόν να υπήρχε στην αυλή.

Αλλά το σαλόνι είχε όλα τα έπιπλα που θα περίμενε να δει κανείς σε ένα αστικό σπίτι. Τραπεζαρία από καρυδιά και μπουφές με φρουτιέρα, το γραφείο που παππού, που θα είχε συλλογή γραμματοσήμων, τις ελαιογραφίες με νεκρές φύσεις και τη φωτογραφία των προγόνων, με λήψη το 1908, ίσως στην Αλεξάνδρεια, ίσως και στην οδό Αιόλου. Αλλά όλα αυτά, διυλίστηκαν στο φως της Αττικής, όταν με τον σημερινό απόγονο και ιδιοκτήτη του σπιτιού βγήκαμε στο στενό μπαλκόνι και αγναντέψαμε τη γειτονιά. Στην ταράτσα, είχαμε την περιοχή στο πιάτο, χαζέψαμε τα ρετιρέ και τα παλιά σπίτια που συνορεύουν στην Τσάμη Καρατάσου και που είχαν χτιστεί κι εκείνα «τότε», πριν από 80 και βάλε χρόνια. Ηταν όλα «μοντέρνα» για την εποχή τους. Με μπανιέρα, καλοριφέρ, δρύινα πατώματα και πολύχρωμα πλακάκια σαν σκακιέρα.

Σε αυτά τα μωσαϊκά πλακάκια της εισόδου στάθηκα για λίγο καθ’ υπόδειξη του οικοδεσπότη για να δω τον χρωματικό συνδυασμό από πράσινο βαθύ, κεραμιδί, γκριζόμαυρο και καστανό, όλα γεωμετρημένα. Μου άρεσαν ιδιαίτερα οι κρεβατοκάμαρες, το master bedroom και το δωμάτιο του γιου, λουσμένα στο φως, με τη σειρά των παραθύρων όλα με στόρια, και τις εντοιχισμένες ντουλάπες.

Εφερα στον νου τα διαβάσματα με τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής, αφημένα σε κομοδίνα και καναπέδες, το μοντέρνο λουτρό, το σαλόνι που έβλεπε στην Παρθενώνος. Το σπίτι σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες μηχανικούς Τάκη Σαρλή και Τζων Περικλέους, υπάρχουν όλα τα υπογεγραμμένα σχέδια, και διατηρεί την αύρα μιας εποχής που ατένιζε το μέλλον. Οταν ξαναπέρασα τις προάλλες, το είδα σαν παλιό γνώριμο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη