Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Η Μακεδονία μία, η Ελλάδα στα δύο;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​​​λπίζω ότι οι σύμμαχοι και συνεταίροι μας θα καταλάβουν επιτέλους ότι δεν υπάρχει παρά μία Μακεδονία, και η Μακεδονία αυτή είναι ελληνική», δήλωσε ο Εθνάρχης και δάκρυσε, το 1992, όταν η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας άνοιγε τον ασκό του Αιόλου στα Βαλκάνια. Η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας γλίτωσε το αιματοκύλισμα που υπέστησαν τότε άλλες πρώην χώρες της ομοσπονδίας των νότιων Σλάβων. Ομως, η διένεξη με την Ελλάδα συνεχίζεται ακόμη. Ισως ουδείς μπορούσε να προβλέψει πόσο θα διαρκούσε η εκκρεμότητα αυτή και το κόστος της για τις δύο χώρες.

Τραγική φιγούρα στην Ιστορία, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: ενώ έβλεπε την ανάγκη για συμβιβασμό και πίστευε ότι εάν λυνόταν το πρόβλημα τα πάθη θα καταλάγιαζαν, η ισχνή μειοψηφία που διέθετε στη Βουλή και η άτεγκτη στάση της αντιπολίτευσης (και των διαφωνούντων στο δικό του κόμμα) δεν επέτρεπαν συμβιβασμό. Στο τέλος, ούτε έπραξε αυτό που πίστευε ούτε μπόρεσε να σώσει την κυβέρνησή του. Εκτοτε, η Ελλάδα έχασε τη μάχη για την ονομασία – σχεδόν όλες οι χώρες αναγνωρίζουν τη γείτονά μας ως «Μακεδονία» – αλλά και η ΠΓΔΜ δεν μπόρεσε να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Η ιστορία είναι γνωστή, όπως και οι σημερινές εξελίξεις. Αυτό που ξεχνάμε είναι το εσωτερικό κόστος για κάθε χώρα τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.

Το ζήτημα της ονομασίας της πρώην γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ήταν το έναυσμα για τις συντηρητικές δυνάμεις της Ελλάδας να αντιγράψουν τις αριστερές, οι οποίες, από την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, κατείχαν το μονοπώλιο στις κινητοποιήσεις, και να βγουν στους δρόμους. Η οργή εναντίον των Αμερικανών και άλλων συμμάχων που δεν έπαιρναν σαφώς τη θέση των Ελλήνων είχε έτοιμο πλαίσιο και λεξιλόγιο – αυτά που για χρόνια υπηρετούσαν τις αντιιμπεριαλιστικές κινητοποιήσεις. Η συμπεριφορά των Ευρωπαίων εταίρων ήταν διφορούμενη και έπαιξε και αυτή ρόλο στη σκλήρυνση της ελληνικής κοινής γνώμης. Από τη μια, η Επιτροπή Μπαντιντέρ, που διορίστηκε από την τότε ΕΟΚ για να διερευνήσει το ζήτημα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, αποφάνθηκε ότι τα Σκόπια τηρούσαν τις προϋποθέσεις για αναγνώριση· τον επόμενο χρόνο, όμως, σύνοδος κορυφής στήριξε απολύτως την κυβέρνηση Μητσοτάκη, λέγοντας ότι η ΕΟΚ δεν θα αναγνώριζε χώρα με όνομα που θα συμπεριλάμβανε τη λέξη «Μακεδονία». Από εκεί και πέρα, ούτε η κυβέρνηση Μητσοτάκη ούτε καμία άλλη μπορούσε να απεμπολήσει αυτή τη νίκη· όμως, ούτε τα Σκόπια δέχονταν να απορρίψουν το όνομά τους. Η σκλήρυνση θέσεων και στις δύο χώρες ήταν αναπόφευκτη. Οι σημερινές προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος βρίσκουν σθεναρή αντίσταση και στα δύο κράτη.

Στην Ελλάδα είναι εντυπωσιακή η αλαζονεία με την οποία η κυβέρνηση διαχειρίζεται το ζήτημα, σαν να θέλει να βρίσκεται μόνη εναντίον και του κυβερνητικού εταίρου και της αντιπολίτευσης – συσχετισμός που ίσως καταδικάσει την προτεινόμενη λύση σε αποτυχία στην περίπτωση που αυτή επικυρωθεί από την ΠΓΔΜ. Πέρα από τις υπερβολές μερίδας του Τύπου και μέρους του πολιτικού στερεώματος, η ένταση της δημόσιας συζήτησης, το χάσμα μεταξύ ανθρώπων που όφειλαν να συνεργαστούν για να κλείσει ένα πρόβλημα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο δείχνουν το μέγεθος της ζημίας που προκλήθηκε τα τελευταία χρόνια και γιγαντώθηκε στα χρόνια της κρίσης: απαιτούμε απόλυτους θριάμβους σε κάθε μέτωπο, θεωρώντας τον συμβιβασμό ήττα· με περισσή ευκολία ανταλλάσσουμε καταγγελίες μεταξύ «πατριωτών» και «προδοτών», τόσο ώστε να παραμονεύει πάντα ξέσπασμα οργής του όχλου (όπως στην επίθεση στον Γιάννη Μπουτάρη)· μας κυριεύει τόσο η αίσθηση ότι αδικούμαστε, που δεχόμαστε εμείς να αδικούμε. Εάν ζούσε ο Εθνάρχης, θα καμάρωνε που οι πολιτικοί απόγονοί του δεν ενέδωσαν στο ζήτημα της Μακεδονίας ή θα θλιβόταν για το κόστος που υπέστη η Ελλάδα από την αδυναμία της να διευθετήσει το θέμα;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ