ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

O Στέφανος Τσιτσιπάς είναι μόλις 19 ετών. Hδη, όμως, έχει περάσει τη μισή του ζωή περιοδεύοντας, από τα τουρνουά παίδων στο tour των εφήβων –όπου αναρριχήθηκε στο Νο 1 της παγκόσμιας κατάταξης– και, εδώ και δύο χρόνια, στα μεγάλα σαλόνια του ATP (Association of Tennis Professionals). Οταν τον συναντήσαμε στον όμιλο αντισφαίρισης Βουλιαγμένης, είχε μόλις επιστρέψει από το Ρολάν Γκαρός, όπου κατέγραψε την πρώτη του νίκη στο κυρίως ταμπλό ενός γκραν σλαμ (οι τέσσερις μεγάλες διοργανώσεις που αποτελούν το Aγιο Δισκοπότηρο για τους τενίστες) και έδωσε σκληρή μάχη πριν υποκύψει απέναντι στον μετέπειτα φιναλίστ Ντόμινικ Τιμ. Την επόμενη μέρα θα έφευγε για την Ολλανδία, όπου θα έπαιζε στο πρώτο από δύο προπαρασκευαστικά τουρνουά σε γρασίδι, εν όψει του Γουίμπλεντον.

Η κουβέντα μας ξεκινάει μόλις τελειώνει το μάθημά του, για το απολυτήριο αμερικανικού λυκείου. Είναι εγγεγραμμένος σε σχολείο στη Μινεάπολη των ΗΠΑ, που του επιτρέπει να φοιτά εξ αποστάσεως και να δίνει εξετάσεις μέσω Skype. (Ο πατέρας του θα μου εξιστορούσε αργότερα τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν με το κλείσιμο των αθλητικών λυκείων στην Ελλάδα και την αδυναμία εξεύρεσης ενός ευέλικτου προγράμματος φοίτησης).

To ποδόσφαιρο

Τον ρωτάω πώς αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τένις. «Hταν κάτι που συνέβη βήμα βήμα, δεν το αποφάσισα κατευθείαν», λέει. «Το ένιωσα λίγο πιο πολύ όταν κέρδισα το πρώτο μου τουρνουά στη Νορμανδία, σε ηλικία 9-10 ετών. Τότε ακόμα μου άρεσε πιο πολύ το ποδόσφαιρο. Αλλά όταν κέρδισα το τουρνουά, ήταν πολύ ξεχωριστό το συναίσθημα. Eνιωθα ότι κατάφερα κάτι μόνος μου, όχι απλά ως μέλος μιας ομάδας».

Η φύση αυτή του αθλήματος –ο παίκτης ως μονομάχος στην αρένα, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας με τον προπονητή του κατά τη διάρκεια του αγώνα– είναι μοναχική, όπως αναγνωρίζει ο Τσιτσιπάς: «Ταξιδεύεις κάθε εβδομάδα σε διαφορετική χώρα, είναι πολύ κουραστικό. Αλλά το έχω συνηθίσει, είναι πλέον η ζωή μου. Τα πάντα είναι θέμα συνήθειας. Θα μου είναι δύσκολο, όταν σταματήσω κάποια στιγμή, να μείνω σε ένα μέρος».

Πόσο δύσκολο ήταν να εξισορροπήσει τις απαιτήσεις του πρωταθλητισμού με αυτές της εκπαίδευσης και με την ανάγκη να βιώσει, στον βαθμό του εφικτού, μια φυσιολογική εφηβεία; «Αυτή ήταν η πιο μεγάλη πρόκληση, να τα συνδυάσω όλα», λέει. Ο πατέρας του, ο Απόστολος Τσιτσιπάς, δάσκαλος τένις, παραιτήθηκε από τη δουλειά όταν ο Στέφανος ήταν 11 και έγινε προπονητής του, συνοδεύοντάς τον στις διεθνείς του εμφανίσεις. «Το ότι τον είχα μαζί μου με βοήθησε πολύ, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να ταξιδεύω με κάποιον άγνωστο», λέει ο Στέφανος.

Oμως, «δεν έβλεπα την υπόλοιπη οικογένειά μου, και υπήρχαν και οικονομικά προβλήματα. Το κόστος των ταξιδιών είναι πολύ μεγάλο, και δεν υπήρχε στήριξη από την ομοσπονδία (σ.σ. αντισφαίρισης) ή κάποιον άλλον φορέα. Ευτυχώς, η αδελφή της μητέρας μου μπόρεσε να μας βοηθήσει, κάτι για το οποίο είμαι πολύ ευγνώμων».

Μεταξύ των γονιών του, το μεγάλο τενιστικό ταλέντο ήταν η μητέρα του, η Ρωσίδα Τζούλια Σαλνίκοβα (μητέρες με σοβιετική ανατροφή στο τένις έχουν και οι ανερχόμενοι αστέρες Αλεξάντερ Ζβέρεφ και Ντένις Σαποβάλοφ). Ως έφηβη, ήταν κι αυτή νούμερο 1 στον κόσμο, ενώ είχε πετύχει νίκες έναντι κορυφαίων παικτριών της εποχής. Η καριέρα της εξετράπη λόγω περιορισμών στην ελευθερία μετακίνησής της (το γεγονός ότι είχε Γιουγκοσλάβο σύντροφο έπαιξε κρίσιμο ρόλο στη δυσμενή μεταχείρισή της). Ο γιος της, όμως, έχει την ευκαιρία να πετύχει αυτά που δεν μπόρεσε εκείνη.

«Η μητέρα μου ήταν αυτή που μου έδωσε τις συμβουλές που χρειαζόμουν σχετικά με το επαγγελματικό τένις, γιατί είχε ζήσει σε αυτόν τον κόσμο, και μου μετέδωσε την απόλυτη αφοσίωση στο άθλημα που έμαθε στη Σοβιετική Ενωση. Νιώθω τυχερός που έχω καταγωγή από δύο διαφορετικά μέρη, την Ελλάδα και τη Ρωσία. Σου ανοίγει τους ορίζοντες αυτό, σε κάνει να έχεις μια πιο σφαιρική άποψη».

Σε ηλικία 12 ετών, ο Στέφανος είχε ρωτηθεί από τον mental trainer του, Κώστα Περγαντή, πού θέλει να φτάσει στο τένις. Είχε απαντήσει ότι ήθελε να γίνει ο No 1 στον κόσμο («κανένα άλλο παιδί δεν είχε απαντήσει έτσι, αλλά τον πήρα απόλυτα σοβαρά», λέει ο κ. Περγαντής). Ρωτάω τον Τσιτσιπά πώς προέκυψε αυτή η φιλοδοξία. Χαμογελάει αμήχανα. «Προήλθε από το ότι σιχαινόμουν να χάνω, ήταν το χειρότερό μου, από πολύ μικρός. Εχω αφιερώσει τη ζωή μου στο τένις, και έχω μόνο μία ζωή. Αρα, θέλω να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό, να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα».

Τον τελευταίο χρόνο έχει ξεκινήσει όντως να τα πραγματοποιεί: από Νο 205 της παγκόσμιας κατάταξης στα τέλη Μαΐου του 2017, έφτασε στο Νο 39 έναν χρόνο αργότερα. Τον Απρίλιο στη Βαρκελώνη, έφτασε στον πρώτο τελικό του σε τουρνουά ATP 500, χάνοντας από τον «βασιλιά του χώματος», Ράφα Ναδάλ. Με τη Μαρία Σάκκαρη, που έχει σκαρφαλώσει κι αυτή στο τοπ-40 της γυναικείας κατάταξης, αποτελούν το δίδυμο που θα μπορούσε να εκτινάξει τη δημοτικότητα του τένις στη χώρα.

«Oλα θα εξαρτηθούν από τα αποτελέσματα. Αν είναι καλά, θα ανέβει το τένις. Eτσι έγινε και στη Γερμανία, με τον Μπέκερ. Με χαροποιεί πάρα πολύ που θα συνεισφέρουμε σε αυτό» σχολιάζει. «Μιλάμε πάντα στα τουρνουά με τη Μαρία, στη Ρώμη (σ.σ. στο ιταλικό Open) πήγαμε και φάγαμε μαζί. Περνάμε ωραία! Εχει πετύχει πάρα πολλά, έχει ένα ιδιαίτερο παιχνίδι που απαιτεί ιδιαίτερη φυσική κατάσταση και είναι δύσκολο για τις αντιπάλους της».

Είμαι ακόμα στην ανάπτυξη, γίνομαι πιο δυνατός κάθε εβδομάδα

Μαζεμένος στην αρχή της κουβέντας μας, ο Στέφανος Τσιτσιπάς σταδιακά ζωηρεύει. Η αναστάτωση που έχει προκαλέσει η παρουσία του στον όμιλο, η ανάγκη να χαμογελάει κάθε δύο λεπτά για μία ακόμα selfie, αποτελούν μία υπενθύμιση των νέων υποχρεώσεων που θα αναλάβει καθώς γίνεται ευρύτερα γνωστός.

Τον ρωτάω ποιο γκραν σλαμ θα ήθελε να κερδίσει περισσότερο από όλα. «Ολα», λέει γελώντας. Αλλά αν έπρεπε να διαλέξει ένα, θα ήταν το Γουίμπλεντον, «λόγω της ιστορίας του».

Συζητάμε για τον τρόπο παιχνιδιού του. Ενα από τα εντυπωσιακά του χαρακτηριστικά είναι η διάθεσή του να πάρει ρίσκα σε κρίσιμους πόντους. «Προσπαθώ να βελτιώνομαι σε κάθε τομέα», λέει. «Ενας ολοκληρωμένος παίκτης έχει αυτό το κλικ παραπάνω στο παιχνίδι του που κάνει τη διαφορά». Τον ρωτάω για το υπέροχο ρεβέρ του, το οποίο χτυπά με το ένα χέρι. «Είναι από τα πιο φυσικά μου χτυπήματα», λέει. «Το άλλαξα όταν ήμουν οκτώ ετών. Είναι εμπνευσμένο από τον Φέντερερ, αλλά φτιαγμένο από εμένα», λέει χαμογελώντας συνεσταλμένα.

Τι θεωρεί ότι πρέπει να βελτιώσει στο παιχνίδι του; «Θέλω να μπορώ να κρατάω το ίδιο υψηλό επίπεδο από την αρχή ώς το τέλος ενός αγώνα, να μην πέφτω. Τόσο ψυχολογικά όσο και σε φυσική κατάσταση». Εργάζεται σκληρά, προσθέτει, για να δυναμώσει, ώστε να αντέχει στο σωματικά εξουθενωτικό στυλ παιχνιδιού παικτών όπως ο Τιμ. «Είμαι ακόμα στην ανάπτυξη. Γίνομαι πιο δυνατός κάθε βδομάδα. Το νιώθω στο σώμα μου», λέει.

Του θέτω το κλασικό ερώτημα: Φέντερερ ή Ναδάλ; «Φέντερερ, φυσικά». Είναι θέμα «αισθητικής», εξηγεί, απαντώντας στον πατέρα του, που επιχειρηματολογεί υπέρ της «δύναμης ψυχής» του Ισπανού. Δηλώνει μάλιστα «100% σίγουρος» ότι ο Φέντερερ του 2017 ήταν καλύτερος παίκτης από αυτόν του 2007. «Αλλά είναι και απίστευτο αυτό που έχει καταφέρει (σ.σ. ο Φέντερερ), να έχει παραμείνει σε αυτό το επίπεδο για τόσο μεγάλο διάστημα. Υπάρχει ένα ρητό, που λέει ότι είναι πιο δύσκολο να μείνεις στην κορυφή από το να φτάσεις εκεί. Εγώ δεν είμαι στην κορυφή ακόμα, αλλά πηγαίνω προς τα εκεί, και το καταλαβαίνω – πρέπει πλέον σε κάθε ματς να δίνεις την ψυχή σου».

Με τον Ελβετό, ωστόσο, έχει αγωνιστεί μόνο σε προπόνηση. Πώς ήταν να παίζει τελικό ATP με τον Ναδάλ – και μάλιστα στο χώμα; «Ηταν, παρά την ήττα, η καλύτερη εμπειρία που είχα ώς τώρα στο τένις. Ηταν το καλύτερο δωρεάν μάθημα που έχω πάρει ποτέ».
«Ενιωθα φαβορί»

Λέμε κι άλλα – για την «τρομερή αυτοπεποίθηση» που έδωσε η νίκη του πέρυσι το φθινόπωρο κατά του Νταβίντ Γκοφάν (η πρώτη του κατά παίκτη της πρώτης δεκάδας), για το πώς το τένις έχει γίνει πιο απαιτητικό σωματικά κ.ά. Φανερώνει ότι πριν από τον αγώνα εναντίον τού Τιμ στο Ρολάν Γκαρός «ένιωθα φαβορί». Η πίστη του στις δυνάμεις του, που ενίοτε αγγίζει τα όρια της αλαζονείας, συνυπάρχει με μία ευάλωτη, παιδική πλευρά.

«Συγγνώμη, ήμουν λίγο κουρασμένος», απολογείται στο τέλος της κουβέντας μας. Καθώς φεύγει με την τσάντα με τις ρακέτες του, αναλογίζομαι τις θυσίες που έχει ήδη κάνει – και τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει. Για να φτάσει στην κορυφή, και να παραμείνει εκεί.

Δεν παίρνουμε ρίσκα

Η φύση του επαγγέλματος είναι τέτοια, που ο Στέφανος Τσιτσιπάς περνάει σχετικά λίγο χρόνο στην Ελλάδα (όταν δεν αγωνίζεται, προπονείται κυρίως στη φημισμένη Ακαδημία Μουράτογλου στη Γαλλία). Πώς βλέπει την κατάσταση στη χώρα; Σε πρόσφατη συνέντευξή του στους New York Times αναφέρθηκε στην έλλειψη πειθαρχίας που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική κουλτούρα. «Στην Ελλάδα μάς αρέσει να απολαμβάνουμε τη ζωή και δεν βγαίνουμε εύκολα από τη ζώνη ασφάλειάς μας (σ.σ.: χρησιμοποιεί την αγγλική φράση, «comfort zone»), δεν παίρνουμε ρίσκα», σχολιάζει. «Αυτό ήθελα να πω όταν μίλησα για “πειθαρχία”».

Η ζωή στο tour, όμως, χρειάζεται και χαλάρωση, που για τον Τσιτσιπά σημαίνει vlogging - ταξιδιωτικά βίντεο που αναρτά στο κανάλι του στο YouTube από τις πόλεις που επισκέπτεται. «Μου αρέσει να δημιουργώ», λέει. «Με απορροφά πολύ όλο αυτό...».

Η συνάντηση

Η συνομιλία διεξήχθη στα ενδότερα του ομίλου τένις της Βουλιαγμένης, σε συνθήκες δυσβάσταχτης ζέστης. Καθίσαμε εκεί για να απομονωθούμε από τα μέλη και τους συμμετέχοντες στο τουρνουά τένις των «Ποσειδωνίων», που διεξαγόταν εκείνη τη μέρα, οι οποίοι, όλοι, ήθελαν να βγουν φωτογραφία μαζί του. Ενας δίσκος με διάφορα ορεκτικά, ευγενική προσφορά των ανθρώπων του ομίλου, τοποθετήθηκε στο τραπέζι ανάμεσά μας, μαζί με δύο λεμονάδες. Ο Στέφανος δεν ακούμπησε τον δίσκο, ούτε –παρά τις παραινέσεις του πατέρα του– έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη λεμονάδα. Από συστολή, περιορίστηκα σε μία-δύο μπουκιές. Για μέρος της κουβέντας, καθόταν δίπλα του ο ξάδελφός του, ενώ γνώρισα και τον Παύλο, έναν από τους μικρότερους αδελφούς του. Ολα του τα αδέλφια (ένα κορίτσι και δύο αγόρια) παίζουν τένις. Ισως δούμε στα επόμενα χρόνια έναν (ή μία) ακόμα Τσιτσιπά στα ταμπλό των μεγάλων διοργανώσεων.

Οι σταθμοί του

1998
Γεννιέται στην Αθήνα.

2001
Παίζει για πρώτη φορά τένις στον Αστέρα της Βουλιαγμένης, όπου διδάσκουν και οι δύο γονείς του.

2004
Αρχίζει μαθήματα στον όμιλο αντισφαίρισης Γλυφάδας, με τον Γιώργο Φουντούκο.

2009
Κερδίζει το πρώτο του τουρνουά παίδων στη Νορμανδία.

2010
Κερδίζει δύο τουρνουά στη Νίκαια της Γαλλίας, με έπαθλο ρακέτες (του είχαν κλέψει τις δικές του στο ταξίδι).

2016
Ο πατέρας του τον σώζει από πνιγμό στο Ηράκλειο, όπου παίζει σε τουρνουά Futures. Γίνεται Νο 1 στους εφήβους και ξεκινάει την επαγγελματική του καριέρα.

2017
Τελειώνει τη χρονιά μέσα στους πρώτους 100 στην παγκόσμια κατάταξη (ο πρώτος Eλληνας που το πετυχαίνει).

2018
Φτάνει στον πρώτο του τελικό σε τουρνουά ATP 500, στη Βαρκελώνη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ