Μια αφίσα στο Facebook που διαφήμιζε «στις 8 Ιουνίου, το μεγαλύτερο πανηγύρι των Μεσογείων» ήταν η αφορμή ώστε να διανύσω 38 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, για να βρεθώ σε έναν τόπο που δεν είχα ματακούσει – στον Κουβαρά των περίπου 2.000 κατοίκων. «Είναι ένας τρόπος κι αυτός να μας μάθετε», μου είπε ο φιλόξενος Γιάννης Κίτσος, πρόεδρος της κοινότητας Κουβαρά του Δήμου Σαρωνικού.

Είναι 8 το βράδυ, στο γήπεδο του αθλητικού ομίλου Κουβαρά: ψήστες ετοιμάζουν τα κάρβουνα για τα σουβλάκια (2 ευρώ έκαστο, με ψωμάκι), ηχολήπτες μετρούν τα ντεσιμπέλ (και το μακροσκελές echo, που έρχεται, λες, κατευθείαν από τα ’80s, ενώ στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ από αυτά), οι σερβιτόροι, ο Νάσος και ο Θέμης, φοιτητές ετών 19, εκτελούν τις εντολές του Γιάννη Μπάρμπα, επιχειρηματία της νύχτας, χορηγού της ομάδας και παραγωγού της βραδιάς, το κλαρίνο ρίχνει μερικές νότες, το βιολί γρατζουνάει χορδές. Το μισό γήπεδο είναι στρωμένο με τσίγκινα τραπέζια με χάρτινα τραπεζομάντιλα, τα οποία συνοδεύονται από πλαστικές καρέκλες. Για απόψε, ο χλοοτάπητας θα φιλοξενήσει μια υπαίθρια γιορτή με την κρεμ ντε λα κρεμ, για χάρη της ομάδας, αφού η είσοδος των 5 ευρώ θα διατεθεί προς ενίσχυσή της (αγωνίζεται στο πρωτάθλημα της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Ανατολικής Αττικής).

Πιάνοντας «καλό» τραπέζι

Πρώτοι καταφθάνουν ο κύριος Βαγγέλης Μυλωνάκος (συνταξιούχος οδηγός φορτηγού) και η κυρία Σοφία, η σύζυγός του. «Με είχε “φάει” ο Βαγγέλης, “πάμε και πάμε”, για να πιάσουμε καλό τραπέζι. Του είπα ότι θα είναι νωρίς και τώρα πήγε στο χωριό να φέρει καφέδες για να περάσει η ώρα. Μετά, θα πιούμε, θα χορέψουμε, θα γελάσουμε. Ευτυχώς που υπάρχουν και τα πανηγύρια, αφού δεν υπάρχει χρήμα. Άσε που, αν καθίσουμε μέσα, θα τρελαθούμε», μου λέει η κυρία Σοφία. «Τώρα που καλοκαίριασε, στα Μεσόγεια, Κυριακή παρά Κυριακή, θα έχει πανηγύρια». Κυριακή παρά Κυριακή; Και όμως, εδώ και λίγα χρόνια υπάρχει ένα μεγάλο κοινό που αναζητεί όλο και περισσότερες ευκαιρίες φθηνής διασκέδασης. «Αντί να πάμε στα μαγαζιά, ερχόμαστε εδώ. Έτσι που μας καταντήσανε, όμως, θα τα κόψουμε κι αυτά», παραπονιέται ο κύριος Βαγγέλης.

Από τους πρώτους, γύρω στις 21.00 πια, καταφθάνει και ο κύριος Αριστοτέλης με την κυρία Καίτη, η οποία μαθαίνει αμέσως ότι το κρασί προσφέρεται μόνο εμφιαλωμένο και κοστίζει 40 ευρώ: «Κατάλαβες, με μπίρα θα τη βγάλουμε!» αγανακτεί. Ο κύριος Δημήτρης, από διπλανή παρέα, περήφανος Ηπειρώτης και συνταξιούχος οικοδόμος, κουνάει το κεφάλι: «Εμείς, πάντως, θα κυνηγάμε το τσάμπα».

Η ώρα έναρξης έχει οριστεί για τις 22.30, αλλά το πρώτο μεγάλο κύμα καταφθάνει λίγο μετά τις 23.30 – είναι οι παρέες των τριαντάρηδων. Ξέρουν ότι τα μεγάλα ονόματα δεν θα βγουν πριν από τη 01.00 κι έχουν αντοχές μέχρι το ξημέρωμα. Όπως ακριβώς στα μπουζούκια: δεν έχει σημασία τι ώρα ανοίγουν οι πόρτες, αλλά πότε θα βγει εκείνος που σε έφερε εδώ. Παρά ταύτα, το κοινό «προθερμαίνεται» με τις φωνές της Μαρίνας Λαζαράκη, της Διαλεχτής και του Πέτρου Ζηλεμένου, αλλά και με τον Δημήτρη Λαμπάκη, σολίστ του κλαρίνου, όπως και ο υπεραγαπητός Μάκης Τσίκος, που εμφανίστηκε αργότερα, ταυτόχρονα με τον Ζήση Κασιάρα, δημοφιλή σολίστ του βιολιού, βιολί του Βασίλη Καρρά, με μακρά διαδρομή στη νύχτα.

Το πρωτόκολλο της νύχτας έφερε τον Γιάννη Καψάλη στη σκηνή λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ως διά μαγείας, με τη φωνή του δόθηκε το σύνθημα του χορού. Ο έμπειρος ερμηνευτής έδωσε και δεύτερο σύνθημα: να ανοιχτούν τα πρώτα ουίσκι – 80 ευρώ η φιάλη. Ο κόσμος, πασών των ηλικιών, που βρέθηκε στην πίστα αποκάλυψε αυτό που συνέβαινε στο βάθος του γηπέδου: παρατεταγμένες πάνω στον χλοοτάπητα σειρές από πανάκριβα αυτοκίνητα. Τα υπόλοιπα ήταν στην ανισόπεδη αλάνα πέριξ του γηπέδου.

Τα «πρώτα» ονόματα

Οι προβολείς συνοδεύουν ρυθμικά τα ντεσιμπέλ της πίστας, τους τεχνητούς καπνούς και αυτούς από τα σουβλάκια, και τον χορό των μεγάλων μαζών (οι συντελεστές έκαναν λόγο για 1.800 άτομα) από τα Μεσόγεια, την Αθήνα, τη Θήβα, την Άρτα, την Κόρινθο, τον Πύργο – ο λαός τραγούδι θέλει. Θέλει όμως και τη Χαρά Βέρρα, που εμφανίζεται στις 2.15, αφού, στο μεταξύ, έχουμε ακούσει τα καλωσορίσματα από τον Γιάννη Κίτσο και τον δήμαρχο Σαρωνικού Γιώργο Σωφρόνη, που υποσχέθηκε καλοκαίρι γεμάτο εκδηλώσεις. Σείεται το γήπεδο, φεύγουν τα λουλούδια με τους δίσκους (5 ευρώ έκαστος), μαδιούνται μαργαρίτες, γίνονται live streaming στο Instagram – η Χαρά Βέρρα μιλάει τη γλώσσα όσων είναι εκεί (και ανακοινώνει τις πινακίδες των αυτοκινήτων που «ενοχλούν»). «Άλλο το μαγαζί, όπου είμαστε πιο στημένοι, άλλο το πανηγύρι, όπου είμαστε πιο ελεύθεροι. Όταν βγαίνω στη σκηνή, νιώθω ότι αυτό που συμβαίνει εδώ είναι αυτό που λέει η λέξη: πανηγύρι», μου είχε πει λίγο προ της εμφανίσεώς της. Ακριβώς την ίδια άποψη είχε και ο Άκης, ένας τριαντάρης με κοκάλινα γυαλιά, περίεργη φράντζα, γεμάτος τατουάζ και σκουλαρίκια, η φυσιογνωμία του οποίου δεν μας προετοίμαζε για το... «παίζω, επαγγελματικά, πλήκτρα σε πανηγύρια. Και σε μαγαζιά, αλλά το πανηγύρι είναι η ζωή μου, διότι είναι αυτό που λέει: πανηγύρι».

Η συγκίνηση και ο χορός, πάντως, φθάνουν στο ζενίθ τους όταν εμφανίζεται ο θρύλος της open-air διασκέδασης. Η Φιλιώ Πυργάκη βγαίνει, υποβασταζόμενη, στις 3 το πρωί, και χαρίζει τη φωνή της – ζητώντας λίγη φλογέρα παραπάνω. Ο κόσμος μοιράζεται στα δύο: σε εκείνους που καταγράφουν τη στιγμή και σε εκείνους που τη χορεύουν. «Εξήντα χρόνια στα πανηγύρια, δεν έχω κουραστεί. Είναι η ζωή μου, ακόμη και τώρα που πέρασα ένα πρόβλημα υγείας. Να το θυμάστε: αν κάποιος θέλει να ζήσει τραγουδώντας ή παίζοντας στα πανηγύρια, μπορεί. Και κάτι ακόμη: όλα αυτά τα χρόνια μία αλλαγή βλέπω: κάποτε χόρευαν ανά παρέα· μόλις τελείωνε η μία, ανέβαινε η άλλη. Σήμερα χορεύουν ανάκατα. Δεν με πειράζει· όσο οι νέοι επιστρέφουν στο δημοτικό, δεν με πειράζει», είχε προλάβει να μου εξομολογηθεί η χορτασμένη από θαυμασμό ερμηνεύτρια στα παρασκήνια.  

Λίγο μετά τις 5 το πρωί, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο κι ενώ ο χορός συνεχιζόταν ακάθεκτος, κράτησα την εξής σημείωση: «Το παραδοσιακό δημοτικό πανηγύρι μεταφέρεται, σχεδόν ατόφιο, από αιώνα σε αιώνα». Μου φάνηκε πολύ θεωρητική για την περίσταση. Το πανηγύρι είναι πανηγύρι, όπως είπε η Χαρά Βέρρα, όπως είπε και ο Άκης. Τίποτε άλλο. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ