Μεγάλωσε σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες. Οι γονείς της έφερναν συνεχώς στο σπίτι δίσκους και καινούργια βιβλία. Δεν είχαν τηλεόραση. Ο πατέρας ζωγράφιζε και έγραφε, η μητέρα της τραγουδούσε. Το όνομά της είναι Μαρισόλ Μισέντα, αλλά όλος ο κόσμος την ξέρει απλώς ως Isol, το παρατσούκλι με το οποίο υπογράφει τα διάσημα βιβλία της.

Το υιοθέτησε από μικρή, όταν ονειρευόταν ότι θα γίνει ζωγράφος και ότι θα ήταν ωραίο ένα δισύλλαβο όνομα στη γωνία των έργων της. «Όπως του Μιρό», μου λέει γελώντας. Η Isol, λοιπόν, βρέθηκε στην Ελλάδα για το 10ο Ιβηροαμερικανικό Φεστιβάλ Λογοτεχνίας και εμείς τη συναντήσαμε να ζωγραφίζει έναν τοίχο στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Μάρτης στο Κολωνάκι. 

«Ήθελα από μικρή να γίνω καλλιτέχνις, γιατί όλοι μου οι εφηβικοί ήρωες ήταν καλλιτέχνες, ο Μιρό και ο Τζιακομέτι, οι σουρεαλιστές, οι ντανταϊστές, ο Χούλιο Κορτάσαρ...». Πριν από τον Κορτάσαρ, ως παιδί διάβαζε τα βιβλία της Μαρία Ελένα Γουάλς και, φυσικά, τη Μαφάλντα του Quino, εμβληματικού εκπροσώπου ενός αφαιρετικού, ιντελεκτουέλ αργεντίνικου χιούμορ. «Θυμάμαι είχα πάει σε ένα πάρτι στην τετάρτη δημοτικού και το παιδί που γιόρταζε είχε όλα τα τεύχη της Μαφάλντα. Όλοι βγήκαν έξω να παίξουν και γελούσαν που εγώ έμεινα μέσα να διαβάσω», μου λέει. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην πρωτεύουσα της Αργεντινής και το 1997 εξέδωσε το πρώτο της παιδικό βιβλίο. Στη συνέχεια εργάστηκε ως σκιτσογράφος σε εφημερίδες, εικονογράφησε μια ιστορία του Πολ Όστερ (και αρκετών άλλων συγγραφέων) και το 2013 τιμήθηκε με το «Νόμπελ του παιδικού βιβλίου», το επίσης σουηδικό και βαρύτιμο Astrid Lindgren Memorial Award, που της χάρισε διεθνή αναγνώριση. 

 


Η Isol σχεδιάζει με υγρή κιμωλία ένα σκίτσο στο τζάμι, για τους αναγνώστες του «Κ».

 

Μεγάλοι και παιδιά

Η Isol μεγάλωσε στην Αργεντινή του Βιδέλα. Επί δικτατορίας απαγορεύτηκαν κάποιες αγαπημένες της εκδόσεις με εικονογραφημένες ιστορίες που λέγονταν «Cuentos de Polidoro», αλλά οι γονείς της τις προμηθεύτηκαν κρυφά και τους άλλαξαν τα εξώφυλλα. Πολλά χρόνια αργότερα (όταν ο αδελφός της της ζήτησε τα βιβλία για να τα δείξει στα παιδιά του και η Isol φοβήθηκε ότι θα της τα χαλάσουν), μεσολάβησε στο Υπουργείο Πολιτισμού της Αργεντινής και τα εξαφανισμένα βιβλία επανεκδόθηκαν. Η ουσία είναι ότι σε εκείνα τα βιβλία η Isol διέκρινε ότι οι εικονογραφήσεις δεν ήταν κατεξοχήν παιδικές. «Δεν διαφέρουμε πολύ από τα παιδιά, τις ίδιες ανησυχίες έχουμε, αλλά τις εκφράζουμε αλλιώς. Τα παιδιά απλώς θα ρωτήσουν ξαφνικά: γιατί πρέπει να πεθάνουμε; Στα βιβλία μου προσπαθώ να χρησιμοποιήσω το χιούμορ για να βοηθήσω τα παιδιά να καταλάβουν τον κόσμο των γονιών τους», λέει. «Δεν μου είναι δύσκολο να μπω σε αυτόν τον κόσμο. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να θυμηθώ τον εαυτό μου - έχουμε όλοι περάσει από αυτή την ηλικία». 

Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τέσσερα από τα βιβλία της, όλα από τις πολύ προσεγμένες εκδόσεις Μάρτης. Σε ποια ηλικία απευθύνεται; «Δεν υπάρχει απάντηση γι’ αυτό», λέει. «Υπάρχουν επίπεδα κατανόησης για τον καθένα». Στο «Είναι καλό να έχεις ένα παπάκι», για παράδειγμα, όπου ξεδιπλώνεται (κυριολεκτικά) μια ιστορία σε δύο όψεις ιδωμένη από διαφορετική οπτική γωνία, ένα μικρό παιδί θα ενθουσιαστεί με την ευφάνταστη μορφή του, ένα μεγαλύτερο θα γελάσει με τα ευρήματα της αφήγησης και ένα ακόμα μεγαλύτερο ίσως αντιληφθεί ότι τα πράγματα στη ζωή έχουν πολλαπλές αναγνώσεις. Τα υπόλοιπα: Στο «Πετίτ, το τέρας» (εξαιρετικό χιούμορ και αγαπημένο των παιδιών της) αφηγείται μια ιστορία ενός «καλόκακου» παιδιού σε υπαρξιακή κρίση, ενώ το «Νουμεράλια» βοηθά τα παιδιά να μάθουν να μετράνε – καταπληκτικό το «8», ένα όρθιο «άπειρο» που σχηματίζεται ως κλεψύδρα. Το «μπεστ σέλερ» της, πάντως, είναι το «Νοτούρνο», ποιητικό και πνευματώδες, γεμάτο «συνταγές για όνειρα». Περιέχει και οδηγίες χρήσης: αν το φωτίσεις κι έπειτα κλείσεις το φως, στις σελίδες του ξαφνικά εμφανίζεται ένας δεύτερος κόσμος. Δεν νομίζω ότι έχω δει ποτέ πιο εντυπωσιακό εφέ σε βιβλίο. 

 

 

Το παράδειγμα της Αργεντινής

Έχει ταξιδέψει πολύ. Πριν από αρκετά χρόνια, που ξεκίνησε να γυρίζει τον κόσμο ως συγγραφέας, της έκαναν εντύπωση οι διαφορετικές κουλτούρες και αναρωτιόταν πώς ζούσαν οι άνθρωποι σε τόπους τόσο μακρινούς από τον δικό της. «Σήμερα δεν μου κάνει τόση εντύπωση», μου λέει. «Δεν βρίσκω πολλές διαφορές ανάμεσα στους λαούς του δυτικού κόσμου». Στη χώρα μας ήρθε πρώτη φορά. Η Αθήνα τής θυμίζει το Μπουένος Άιρες. Της λέω ότι η Αργεντινή εμφανίστηκε πολλές φορές στην ειδησεογραφία μας τα τελευταία χρόνια ως το παράδειγμα μιας χώρας με ανάλογα οικονομικά προβλήματα. Άλλωστε, η συνάντησή μας πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά τη συμφωνία της χώρας της με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κάτι που ξυπνά μνήμες του 2001, όταν το ΔΝΤ δεν ενέκρινε τη νέα δόση, προκαλώντας τη χρεοκοπία της χώρας. 

«Σήμερα φαίνεται ότι επαναλαμβάνουμε όσα μας έφεραν στην καταστροφή», σχολιάζει. «Δεν είμαι ειδική στην πολιτική, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν υπάρχουν άλλες επιλογές». Μου μεταφέρει ότι τα χρόνια που ακολούθησαν τη χρεοκοπία (κατά τη διακυβέρνηση του Νέστορ Κίρχνερ και κατόπιν της Κριστίνα Φερνάντες) ήταν δύσκολα, αλλά ότι σταδιακά η ζωή στην Αργεντινή βελτιώθηκε, ότι υπήρχε ένα κλίμα αισιοδοξίας, ότι έγιναν βήματα προς τα εμπρός και υπήρξαν στιγμές που ένιωσε περήφανη, ότι αναπτύχθηκε το φεμινιστικό κίνημα, ότι έβλεπε τον κόσμο στον δρόμο να είναι χαρούμενος. Σήμερα ανησυχεί για την επόμενη μέρα της χώρας. «Το καλό είναι ότι στα χρόνια της κρίσης μάθαμε να ζούμε αλλιώς, γίναμε πιο δυνατοί και πιο ανεξάρτητοι», λέει. «Σ’ εσάς συνέβη αυτό;» ρωτάει. Της λέω ότι δεν το νομίζω. Σηκώνει κι αυτή τους ώμους. «Ας ελπίσουμε», καταλήγει, «ο κόσμος να γίνει κάποτε καλύτερος».  ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ